Περιορισμένα είναι τα περιθώρια της ΔΕΗ να εκμεταλλευθεί την τρέχουσα ευνοϊκή συγκυρία για τους λιγνίτες, δηλαδή το γεγονός ότι το κόστος λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων έχει καταστεί φθηνότερο από αυτό των σταθμών αερίου και επομένως αισθητά μικρότερο από το ύψος στο οποίο διαμορφώνονται οι χονδρεμπορικές τιμές.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το περιθώριο κέρδους για κάθε λιγνιτική μεγαβατώρα διαμορφώνεται σε αρκετά υψηλά επίπεδα, η επιχείρηση δεν έχει τη δυνατότητα να αυξήσει σημαντικά τη λιγνιτική παραγωγή, ώστε να «μεταφράσει» αυτό το περιθώριο και σε πωλήσεις μεγαλύτερων ποσοτήτων ρεύματος στις χονδρεμπορικές αγορές και, κατά συνέπεια, σε μεγαλύτερα έσοδα από την ηλεκτροπαραγωγή.

Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί το μερίδιο του καυσίμου παραμένει καθηλωμένο σε μονοψήφιο ποσοστό, με συνέπεια να διαμορφωθεί για παράδειγμα στο 9% τον Σεπτέμβριο, με βάση το μηνιαίο δελτίο του ΑΔΜΗΕ. Την ίδια στιγμή που, όπως ανέφερε ο καθηγητής ΕΜΠ Παντελής Κάπρος, στο πρόσφατο Renewable & Storage Forum του energypress, το δίμηνο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου τα έσοδα των λιγνιτικών μονάδων από τις χονδρεμπορικές αγορές ήταν 25% πάνω από το κόστος λειτουργίας τους.

Πίσω από τα περιορισμένα περιθώρια της ΔΕΗ βρίσκεται η προσαρμογή στο σχέδιο απολιγνιτοποίησης τόσο της εξόρυξης καυσίμου όσο και των συντηρήσεων των μονάδων. Επομένως, με δεδομένο ότι και ο τελευταίος υφιστάμενος σταθμός σχεδιάζεται να «σβήσει» στο τέλος του 2023, και όλος ο εξοπλισμός να τεθεί εκτός λειτουργίας σε περίπου δύο χρόνια από τώρα, τα προγράμματα συντήρησης δεν είναι τόσο εκτεταμένα όσο στο παρελθόν.

Σημαντικότερος ωστόσο παράγοντας είναι ο βαθμιαίος περιορισμός της παραγωγής λιγνίτη, συγκριτικά με το παρελθόν, στο πλαίσιο των επόμενων φάσεων απόσυρσης μονάδων. Σύμφωνα με πληροφορίες του energypress, μάλιστα, ο προγραμματισμός της επιχείρησης ανατράπηκε την περίοδο του καύσωνα το καλοκαίρι, όταν για την κάλυψη της αυξημένης ζήτησης σε ρεύμα, καταναλώθηκαν μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμου από όσες σχεδιαζόταν.

Έτσι, ενόψει του επερχόμενου χειμώνα, στην παρούσα φάση διατηρείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα η κατανάλωση λιγνίτη, και επομένως η λειτουργία των μονάδων. Με στόχο να διασφαλισθεί πως θα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες καυσίμου (και οι μονάδες θα είναι διαθέσιμες για αυξημένη παραγωγή) όταν θα πέσουν οι θερμοκρασίες και θα αυξηθεί ξανά η ζήτηση.

Τα προβλήματα των μονάδων

Η τροφοδοσία με καύσιμο «βάζει κόφτη» στη μονάδα της Μελίτης, με δεδομένο μάλιστα το πρόβλημα που υπάρχει με το ιδιωτικό ορυχείο της Αχλάδας, όπως εδώ και χρόνια δεν έχουν προχωρήσει οι απαραίτητες απαλλοτριώσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες, για την τροφοδοσία της μονάδας χρησιμοποιούνται επιπλέον ποσότητες λιγνίτη από τη Μαυροπηγή και το ορυχείο Σερβίων της ΛΑΡΚΟ, ενώ παράλληλα γίνονται και εισαγωγές λιγνίτη από το εξωτερικό – όπως  συμβαίνει εδώ και χρόνια, καθώς το τοπικό καύσιμο έχει μικρή θερμογόνο δύναμη.

Το ίδιο ισχύει και με την Μεγαλόπολη 4, στην οποία σε μικρότερο βαθμό υπάρχουν και τεχνικά προβλήματα που εμποδίζουν την ακόμη μεγαλύτερη λειτουργία της στην παρούσα φάση. Πρόκειται ουσιαστικά για τη μόνη «ενεργό» μονάδα στον ΑΗΣ, με δεδομένο ότι η Μεγαλόπολη 3 λειτουργεί ουσιαστικά ως εφεδρικός σταθμός, καθώς εντός του 2022 θα μπορεί να λειτουργήσει με μέγιστο όριο 120 ώρες, με δεδομένο ότι δεν διαθέτει σύστημα αποθείωσης.

Η έλλειψη συστήματος αποθείωσης είναι ο λόγος που μένουν εκτός αγοράς οι μονάδες 1 και 2 του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, ώστε οι περιορισμένες ώρες λειτουργίες τους (με βάση την περιβαλλοντική νομοθεσία) να επιστρατευθούν στην «καρδιά» του χειμώνα. Από την άλλη μεριά, λόγω των έργων αποθείωσης βρίσκεται αυτή τη στιγμή εκτός λειτουργίας η μονάδα 5 του ΑΗΣ, η οποία αναμένεται να μπει στο σύστημα προς το τέλος του έτους.

Συνεχίζουν ακάθεκτες οι μονάδες αερίου

Αξίζει να σημειωθεί πως το γεγονός ότι η λιγνιτική παραγωγή δεν μπορεί να αυξηθεί αισθητά αποτέλεσε ένα κριτήριο που ελήφθη υπόψη από τους ηλεκτροπαραγωγούς με φυσικό αέριο, στις δημοπρασίες για το κλείσιμο slot στη Ρεβυθούσα για το επόμενο έτος. Κι αυτό γιατί το «ταβάνι» στους λιγνίτες διασφαλίζει πως το καύσιμο δεν απειλεί να αποσπάσει σημαντικό μερίδιο από τη συμμετοχή του φυσικού αερίου στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής.

energypress.gr