Μια αδαμάντινη ψυχή, μια θεοδώρητη εκπαιδευτικός, εγκατέλειψε σήμερα τον μάταιο αυτόν κόσμο. Την πρωτογνώρισα στο χωριό μου, τον Σιδερά Κοζάνης, όπου πρωτοδιορίστηκε ως νηπιαγωγός. Ήταν η πρώτη νηπιαγωγός, που διορίζονταν στον δύσκολο από πλευράς καιρικών συνθηκών Σιδερά. Η Επιθεώρηση Εορδαίας, στην οποία υπαγόταν ο Σιδεράς τότε, τοποθέτησε την νεοδιόριστη νηπιαγωγό σε ένα νηπιαγωγείο που δεν υπήρχε. Στην ουσία η νεαρή νηπιαγωγός αναλάμβανε μόνη της την ίδρυσή του. Αναζήτησε σπίτι, που θα μπορούσε να φιλοξενήσει τα νήπια και να αρχίσει μαζί τους τα πρώτα βήματα λειτουργίας του νηπιαγωγείου. Στο δημοτικό σχολείο δεν μπορούσαν να φιλοξενηθούν, δεδομένου ότι οι δύο αίθουσές του μόλις και μετά βίας χωρούσαν τους μαθητές των δύο τάξεων. Τελικά βρέθηκε ένα παλιό σπίτι πολύ κοντά στο σχολείο, που ήταν όμως πολύ μικρό, και έπρεπε να φιλοξενεί ταυτόχρονα και την ιδιοκτήτρια. Στρώθηκε στη δουλειά η νεαρή νηπιαγωγός. Έβαλε τους γονείς να αγοράσουν καρεκλίτσες για τα νήπια, παντόφλες, για να μη μεταφέρουν τις λάσπες μέσα στο μοναδικό δωμάτιο του νηπιαγωγείου, παιχνίδια και ό,τι άλλο έκρινε εκείνη ως αναγκαίο διδακτικό μέσο. Τα παιδιά τα αγάπησε σαν δικά της και εκείνα την αγάπησαν σαν δεύτερη μανούλα τους. Έπαιζε μαζί τους και τα μάθαινε όμορφα τραγουδάκια. Ακόμη και σήμερα τη θυμούνται τα νήπια που είχε τότε στην επίβλεψή της, όπως η ξενιτεμένη στο Τορόντο του Καναδά Παρασκευή Τζαλαζίδου, που επικοινωνούσε μαζί της και την αποκαλούσε «αγαπημένη μου δασκάλα».

     Στα έξι χρόνια που υπηρέτησε στον Σιδερά, ενώ ξεκίνησε χωρίς διδακτήριο, έφυγε με χτισμένο και εξοπλισμένο ξεχωριστό κτίριο νηπιαγωγείου μέσα στο τεράστιο οικόπεδο του σχολείου. Στη διάρκεια της υπηρεσίας της στο χωριό παντρεύτηκε έναν συνάδελφό της, τον δάσκαλο Αναστάσιο Συμεωνίδη, με τον οποίο δημιούργησαν χριστιανική οικογένεια και απέκτησαν τρία παιδιά, δύο κόρες και έναν γυιο.

     Η Αδαμαντία γεννήθηκε στη Λευκόβρυση Κοζάνης το 1933 ως μοναδικό τέκνο του προσφυγικού ζεύγους Γεωργίου και Ερατώς Θεοδωρίδου. Ήταν το πρώτο κορίτσι της Λευκόβρυσης, που οδοιπορώντας κάθε μέρα με τα πόδια σπούδαζε στο Γυμνάσιο Θηλέων Κοζάνης και στη συνέχεια στη Σχολή Νηπιαγωγών στην Καλλιθέα Αθηνών.

     Μαζί όμως με τις σπουδές της στην Αθήνα καλλιέργησε έναν αξιοθαύμαστο χριστιανικό χαρακτήρα, ο οποίος στάθηκε και το τελικό κριτήριο  να επιλεγεί ως σύζυγος από τον άνδρα της. Καταφύγιό της σε όλες τις δυσκολίες που συναντούσε στη ζωή της ήταν η προσευχή, η μελέτη της Αγίας Γραφής και ανάγνωση θρησκευτικών εντύπων, τα οποία προμηθεύονταν ως συνδρομήτρια. Στις κατηχητικές συνάξεις της Εκκλησίας για ενήλικες συμμετείχε με όλη της την καρδιά. Επί τέσσερα χρόνια είχα την ευθύνη των συνάξεων αυτών. Δεν έλλειψε ούτε μία φορά. Όταν διάβαζε κάτι στις ακολουθίες, το διάβαζε με πλήρη συναίσθηση και με ύφος άκρως συγκινητικό. Χαιρόσουν να την ακούς. Στις ελεημοσύνες, στους εράνους για έργα κοινής ωφελείας της Ενορίας ή της κοινότητας ήταν η πιο γενναιόδωρη. Ακόμη και στα κάλαντα που έψαλλαν τα μικρά παιδιά του χωριού αποτυπωνόταν η γενναιοδωρία της. Γι αυτό  και παρήλαυναν από το σπίτι της όλες οι ομάδες των μικρών παιδιών.

     Η ευγένεια της ψυχής της ήταν ασύγκριτη. Ευγνώμων απέναντι στον καθένα και στην καθεμιά που θα της πρόσφερε την παραμικρή εκδούλευση. Έφυγε με πλήρη πνευματική ωριμότητα. Μας έλεγε. Εγώ είναι ώρα να πεθάνω. Να προσεύχεσθε να με πάρει ο Θεός κοντά Του. Είμαι πολύ ευγνώμων απέναντί σας. Και σ’ αυτή την ευγνώμονα κατάσταση την πήρε ο Θεός κοντά Του. Ελάχιστα ταλαιπωρήθηκε πριν τον θάνατο. Τις τελευταίες ημέρες είχε μια ανάσα μόνο. Κάναμε μια παράκληση γύρω από την κλίνη της, και δύο ώρες μετά παρέδωσε στον Κύριο το πνεύμα της. Είθε ο Κύριος, τον οποίο αγαπούσε σε όλη της τη ζωή, να την αναπαύσει εν χώρα ζώντων και να στείλει βάλσαμο παρηγοριάς στον εκλεκτό της σύζυγο και τα αγαπημένα της παιδιά και εγγόνια.