Το ΜΙΚΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΟΖΑΝΗΣ στεγάζονταν σ’ ένα ιδιωτικό μονώροφο κτίριο, πιο κάτω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και κοντά στον δρόμο ,όπως πάμε για Θεσ/κη.Οι αίθουσές του ήταν έξι, όσες και οι τάξεις του δηλαδή. Όταν θυμάμαι το γραφείο του γυμνασιάρχη, που ήταν στον πρώτο όροφο, αυτόματα μού ρχεται στο μυαλό το γραφείο του” βεβαίως βεβαίως(Χρήστου Τσαγανέα)” εκείνου του γυμνασιάρχη στην ταινία”ΤΟ ΞΥΛΟ ΒΓΗΚΕ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ” με την Αλίκη και τον Παπαμιχαήλ.Ίδιο ακριβώς με μόνη διαφορά πως ποτέ δεν καταλάβαινες πότε θα κτυπούσε το τηλέφωνο και ποιος τηλεφωνούσε, όπως πολύ καλά καταλάβαινε η Βουγιουκλάκη.

1971.Έχουν περάσει 50 και κάτι χρονάκια από τότε και τώρα που είμαι σε ”αγρανάπαυση” διαρκείας ο νους μου πάντα γυρνάει στις καλές και ευχάριστες στιγμές των γυμνασιακών χρόνων.Στους καθηγητές ,στους συμμαθητές και στις βιωματικές ιστορίες μαζί τους.

Μια πολύ ”πικάντικη” ιστορία λόγω και του αντικειμένου αυτής είχα με την φιλόλογο ΛΟΥΚΙΑ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ σύζυγο του τότε νομάρχη Κοζάνης Μερκούρη Κυρατσού ή Κυρατσούς.

Ως απουσιολόγος της τάξης μου, είχα, φαίνεται, το αυτονόητο δικαίωμα να ”απουσιάζω” τρόπος του λέγειν,από την τάξη για λίγο.Όσο δηλαδή χρειάζεται να πάω ,να ψωνίσω απ’ το μπακάλικο και να γυρίσω.Αυτό είχε κατά νου η Λουκία και αφού με πήρα παράμερα με παρακάλεσε να πάω στο μπακάλικο ,700 μέτρα πιο κει απ ‘το Γυμνάσιο και να ψωνίσω.Μου είπε αυτολεξεί:

-”Να μου πάρεις ένα κουτί καλαμαράκια αλλά όχι πικάντικα”

Πήρα με πολύ καλό μάτι την παραγγελία αλλά…οι δυο λέξεις ΚΑΛΑΜΑΡΑΚΙΑ και ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ, για νάμαι ειλικρινής δεν μ’ άρεσαν καθόλου.Συνηθισμένος να μ’ αρέσει ό,τι γνώριζα μέχρι τότε,λίγο αγχώθηκα. Αυτές τις ευλογημένες δυο λέξεις πρώτη φορά τις άκουγα.Στο χωριό μου τα καλαμαράκια ήταν άγνωστο”ζώο”. Πόσο μάλλον τα πικάντικα. Έτσι εχόντων των πραγμάτων, δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι μετά τα 700 μέτρα μέχρι το μπακάλικο,θα τις θυμόμουν κιόλας αυτές τις δυο άγνωστες για μένα λέξεις.Έπρεπε όμως ,γιατί η κ.Λουκία το μεσημέρι,το δίχως άλλο ,έπρεπε να μαγειρέψει.

΄Έτσι παίρνοντας το δρόμο για να ψωνίσω άρχισα να ”απαγγέλλω”ψιθυρίζοντας συνεχώς :ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΚΑΛΑΜΑΡΑΚΙΑ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ και δόστου πάλι απ’ την αρχή.Όταν έφθασα στο μπακάλικο το στόμα μου είχε σχεδόν στεγνώσει από το ΄΄ποίημα” Έκανα 700 μέτρα και ίσως αυτό το σλόγκαν:ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΚΑΛΑΜΑΡΑΚΙΑ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΠΙΚΆΝΤΙΚΑ να το είπα χωρίς υπερβολές 700 φορές.Λέγοντάς το τελευταία φορά μπροστά στον μπακάλη ανακουφίστηκα.Η παραγγελία είχε γίνει κι εγώ γυρνούσα χαρούμενος παίζοντας στα χέρια μου το κουτί, περήφανος που κι εγώ έμαθα ΤΑ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΑΝΤΙΚΑ.

Ο άλλος πάλι φιλόλογος ονόματι ΛΑΠΑΡΙΔΗΣ, που είχε πάρει μετάθεση από το Βαλταδώρειο στο Γυμνάσιό μας και μας δίδασκε Γραμματική του Τζαρτζάνου είπε ο άνθρωπος μια μέρα να με ρωτήσει τι είδους μετοχή ήταν κάποια από συγκεκριμένο αρχαίο κείμενο.Κι επειδή η αφεντιά μου τα πήγαινε πολύ καλά μόνο με τα ρήματα,χωρίς να το σκεφθώ απάντησα:

-Τροπική κ. καθηγητά.

-Όχιιι!με παρατηρεί,απογοητευμένος,δεν το περίμενα από σένα,χρονική είναι η μετοχή.

Πρώτη φορά,πολύ κακώς,είδα τον εαυτό μου τόσο τσαντισμένο.

-Έ,και τι έγινε κ. καθηγητά τι χρονική ,τι τροπική,πάντως μετοχή του θεού είναι ανταπαντώ με αυθάδεια.

Προς τιμήν του με κοίταξε συγκαταβατικά, σα να ήθελε να μου πει για τις ”ψείρες”,που ασχολούμαστε και δεν κοιτάμε τη σοφία των αρχαίων κειμένων.Με πολύ ευγνωμοσύνη τον θυμάμαι που δεν με κάκιωσε.

Και η τρίτη ιστορία μου όμως πάλι με φιλόλογο έχει να κάνει.Τον έλεγαν Γιάννη Τουμπάνο και ήταν μια μεγάλη ”τούμπα” γνώσης του λόγου ,της γραμματικής και των αρχαίων.”Τουμπάνιασαν” τα μάτια του Τουμπάνου όταν κάποτε ένας δάσκαλος της περιοχής μπροστά στον γιό του αναφέρθηκε σε έναν άλλο δάσκαλο που ήταν υπεύθυνος -άκου-για τα

…τροφήματα του σχολείου κι όχι για τα τρόφιμα ,που αυτός πολύ καλά ήξερε.

Ο Τουμπάνος φαίνεται πως κάτεχε κι από ψυχολογία παιδιών, κάτι πολύ δυσεύρετο στα πέτρινα σχολικά χρόνια μας.

Ως τελειόφοιτοι της ΣΤ΄ τάξης Γυμνασίου τότε, αποφασίσθηκε να πραγματοποιήσουμε εκδρομή στην ΚΕΡΚΥΡΑ ,αν θυμάμαι καλά.Θυμάμαι όμως πολύ καλά πως στη λίστα αυτών, που θα ταξίδευαν εγώ παρουσίαζα.Ο Τουμπάνος που ήταν υπεύθυνος της εκδρομής,το είδε αυτό και υποθέτω πως κατέστρωσε ένα λεπτό σχέδιο να με προσεγγίσει για να μου μιλήσει.Όπως κι έγινε.Όταν μια μέρα βαδίζαμε προς τα πευκάκια του Αη Δημήτρη για μια εκδρομή, εγώ είχα ξεμείνει πίσω.Με πλησιάζει λοιπόν ο Τουμπάνος και αρχίζει η στιχομυθία που ακολουθεί:

-Θα έρθεις εκδρομή,έτσι;

-Όχι κ. καθηγητά.

-Γιατί;

-Κύριε καθηγητά με ζαλίζει το λεωφορείο.Δεν μπορώ.(Ντρεπόμουνα βέβαια να του πω πως …ζαλιζόμουνα, που δεν είχα τις 200 δραχμές για τα ναύλα της εκδρομής,πράγμα,που το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή)

-Άκου,μου λέει,θα κανονίσω να μην πληρώσεις τίποτα,κανείς δεν θα το μάθει και θα έρθεις στην εκδρομή γιατί πρέπει.

Αυτά του τα λόγια τα επανέλαβε πολλές φορές ο Τουμπάνος κι εγώ ,που τώρα τον λυπάμαι πολύ, που ανέχθηκε τον εγωισμό μου, να μην πάω τελικά,του λέγω ,όπου και νάναι ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ,που μου φέρθηκε σαν πραγματικός ΔΑΣΚΑΛΟΣ.Τότε στις δύσκολες εποχές, που μπορεί να ήταν σπάνια τα χρήματα μα άφθονα τα συναισθήματα.