Η έναρξη κάθε νέας χρονιάς συνοδεύεται, παραδοσιακά, από απολογισμούς, συμπεράσματα, κρίσεις και κυρίως νέους στόχους. Κάπως έτσι θα επιχειρήσουμε κι εμείς να προσεγγίσουμε την εικόνα της τοπικής αυτοδιοίκησης, ξεκινώντας από τον Δήμο Κοζάνης. Όχι με διάθεση ισοπεδωτική ή μηδενιστική, αλλά επισημαίνοντας κυρίως τις αδυναμίες, τις αστοχίες και τα σημεία που, κατά τη δική μας ανάγνωση, χρήζουν διόρθωσης κι επαναπροσδιορισμού. Γιατί καλές οι προθέσεις κι η κινητικότητα, οι αδυναμίες, όμως, είναι εκείνες που καθορίζουν αν μια διοίκηση θα κάνει το επόμενο βήμα ή θα μείνει στη μετριότητα. Στα αρνητικά της μέχρι τώρα πορείας της δημοτικής αρχή του Ι. Κοκκαλιάρη καταγράφονται αναμφίβολα λανθασμένες επιλογές σε επίπεδο συνεργατών, αλλά και τοποθετήσεις αντιδημάρχων σε θέσεις που δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Επιλογές που, αντί να ενισχύσουν τη λειτουργικότητα του Δήμου Κοζάνης, δημιούργησαν εσωτερικές τριβές και διοικητικές δυσκολίες. Παράλληλα, ο Δήμος Κοζάνης δείχνει να έχει χάσει το ειδικό βάρος που παραδοσιακά είχε ως πρωτεύουσα της Δυτικής Μακεδονίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η Κοζάνη φάνηκε να «χάνεται» μέσα στο σύνολο των υπόλοιπων δήμων, χωρίς ξεκάθαρη πρωτοβουλία ή ηγετικό στίγμα. Δεν πέρασαν απαρατήρητα, επίσης, τα προβλήματα συνοχής στο εσωτερικό της παράταξης για τα οποία έχει τοποθετηθεί επανειλημμένως κι εκτενώς η στήλη. Επίσης τα «μπρος–πίσω» σε θέματα δευτερεύουσας σημασίας, τελικά τραυμάτισαν την αξιοπιστία της δημοτικής αρχής κι έδωσαν εικόνα αναποφασιστικότητας κι αναξιοπιστίας. Από την άλλη πλευρά, στην καθημερινότητα ο Δήμος δεν τα πήγε άσχημα. Φάνηκε διάθεση, όρεξη και μεράκι, στοιχεία που – σε σύγκριση με την προηγούμενη αυτοδιοικητική θητεία – αποτέλεσαν μια σαφή βελτίωση. Υπήρξε κινητικότητα και προσπάθεια να μπει τάξη σε ζητήματα καθημερινότητας κυρίως στα χωριά όπου τα μηνύματα στη συντριπτική πλειοψηφία σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι θετικά. Το ζητούμενο βέβαια για τη Δημοτική Αρχή Κοκκαλιάρη είναι η περισσότερη διεκδικητικότητα, ο καθαρός προσανατολισμός στα σημαντικά ζητήματα κι η ανάληψη πρωτοβουλιών κι όχι η εικόνα ενός Δήμου που «σέρνεται» πίσω από αποφάσεις άλλων ή που ακολουθεί πρωτοβουλίες της Περιφέρειας. Μιας Δημοτικής Αρχής που διαμορφώνει ατζέντα. Επίσης είναι γεγονός ότι σημαντικά έργα που ξεκίνησαν την προηγούμενη αυτοδιοικητική θητεία συνεχίζουν και προχωρούν. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμο άλλοθι για τη συνολική εικόνα της διοίκησης. Η πρόοδος έργων από το παρελθόν είναι σημαντική αλλά χρειάζονται κι έργα που θα φέρουν ξεκάθαρα τη σφραγίδα της σημερινής διοίκησης. Παρεμβάσεις, πρωτοβουλίες και επιλογές που δεν θα είναι απλώς συνέχεια, αλλά θα δείχνουν κατεύθυνση κι όραμα.
Σε ό,τι αφορά το Δήμο Εορδαίας η εικόνα που διαμορφώνεται μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με επανάληψη της προηγούμενης αυτοδιοικητικής θητείας του Π. Πλακέντα. Ούτε κάτι παραπάνω, ούτε κάτι λιγότερο. Μια κατάσταση «από τα ίδια», η οποία όμως σε μια περίοδο όπου η περιοχή δοκιμάζεται σκληρά από τη βίαιη απολιγνιτοποίηση και τη συνολική αποδυνάμωσή της σε οικονομικό, εργασιακό κι αναπτυξιακό επίπεδο, κάνει τα πράγματα να δείχνουν χειρότερα και μαζί μεγαλώνει κι η απογοήτευση στην κοινωνία. Το τελευταίο διάστημα, μάλιστα, αρχίζουν να γίνονται ορατά και κάποια εσωτερικά προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ δημοτικών συμβούλων, τα οποία μένει να φανεί αν θα παγιωθούν ή αν θα αποσυμπιεστούν μέσα από επικοινωνιακούς χειρισμούς του δημάρχου. Όπως, επίσης, έχουμε ξαναπεί η πρώτη θητεία μπορούσε να χαρακτηριστεί ως περίοδος αναγνωριστική και καθορισμού στόχων, η δεύτερη εξελίσσεται με τα ίδια παλιά χαρακτηριστικά της απλής διαχείρισης. Το βάρος της ευθύνης μεγαλώνει, όμως η προσδοκία φθίνει. Και την ίδια στιγμή, η τοπική κοινωνία παρακολουθεί, άλλοτε με κατανόηση κι άλλοτε με απογοήτευση, μια δημοτική αρχή που δεν έχει πείσει πως διαθέτει ένα σοβαρό αναπτυξιακό σχέδιο για την επόμενη μέρα της Εορδαίας. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο για τον Δήμαρχο Εορδαίας είναι πως οι αμφισβητήσεις στο πρόσωπό του δεν προέρχονται πλέον μόνο από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά κι από «μέσα», από ανθρώπους που πίστεψαν στο έργο του και σήμερα αναρωτιούνται προς τα πού κατευθύνεται ο Δήμος. Αυτή η εσωτερική φθορά είναι ίσως το πιο ηχηρό μήνυμα που πρέπει να τον προβληματίσει.
Οι Δήμοι Σερβίων και Βοΐου εμφανίζουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Και στους δύο γίνονται πράγματα, υλοποιούνται έργα κι αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες. Υπάρχει κινητικότητα, δράση και διάθεση να προχωρήσουν ζητήματα που για χρόνια έμεναν πίσω. Αυτό αποτελεί το θετικό πρόσημο και για τους δύο δημάρχους. Ωστόσο, αυτός ο έντονα δυναμικός χαρακτήρας των δύο δημάρχων – που σε αρκετές περιπτώσεις ξεπερνά τα όρια της υγιούς αυτοπεποίθησης και διολισθαίνει στον εγωισμό – φαίνεται να γεννά και παρενέργειες. Δημιουργούνται μικρά αλλά διαρκή μέτωπα σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας, συγκρούσεις που ξεπηδούν όχι μόνο για μείζονα ζητήματα, όπου η αντιπαράθεση είναι αναμενόμενη κι ίσως θεμιτή, αλλά και για θέματα δευτερεύουσας σημασίας. Κι εκεί ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα για εκείνους. Και στους δύο Δήμους είχαμε κι ανεξαρτητοποιήσεις που δεν πέρασαν απαρατήρητες. Στο Δήμο Σερβίων, την ανεξαρτητοποίηση του Χ. Ποντίκη, και στον Δήμο Βοΐου, την ανεξαρτητοποίηση του Γ. Μαγιάγκα, ο οποίος έχει ήδη εκφράσει ξεκάθαρα τη φιλοδοξία του να διεκδικήσει τη δημαρχία στο μέλλον. Κοινός παρονομαστής και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι οι συγκρούσεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο πολιτικές διαφωνίες, αλλά δείχνουν να αγγίζουν και προσωπικές ισορροπίες. Το στοίχημα για τους δημάρχους Σερβίων και Βοΐου είναι σαφές. Να συνεχίσουν το έργο και τις πρωτοβουλίες, αλλά με προσοχή στη διαχείριση των μετώπων που ανοίγουν κάθε φορά. Γιατί άλλο η υγιής σύγκρουση για μεγάλα ζητήματα κι άλλο η διαρκής τριβή για μικρά, που τελικά μπορεί να επισκιάσει το παραγόμενο έργο.
Σε διαφορετική τροχιά κινείται ο Δήμος Βελβεντού, ο οποίος αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, μια κατηγορία μόνος του. Εκεί ο δήμαρχος Ε. Στεργίου δείχνει να καταγράφει μια διοικητική σταθερότητα και να μην έχει ουσιαστικό αντίπαλο, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στην απουσία πραγματικής αντιπολίτευσης, μετά και την αποχώρηση του άλλοτε «καπετάνιου» και βασικού διεκδικητή της δημαρχίας, στις τελευταίες εκλογές, Ν. Τέτου. Αυτό, όμως, δεν παύει να κρύβει και κινδύνους. Όταν δεν υπάρχει πολιτική πίεση από απέναντι, ο μεγαλύτερος αντίπαλος μπορεί να γίνει ο ίδιος σου ο εαυτός. Κι αυτό είναι ίσως το σημείο στο οποίο θα πρέπει να δείξει προσοχή και ο δήμαρχος. Να μη θεωρήσει τη σημερινή άνεση δεδομένη και να μην επαναπαυθεί, γιατί η αυτοδιοίκηση κρίνεται καθημερινά όχι μόνο από τους αντιπάλους, αλλά κυρίως από τους πολίτες. Στο Βελβεντό, το διαχρονικό πρόβλημα με το νερό παραμένει το σοβαρότερο ανοιχτό μέτωπο. Παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις και τις προσπάθειες, οριστική λύση εξακολουθεί να αναζητείται.
Και μια τελευταία παρατήρηση που αφορά και τους πέντε δημάρχους της περιοχής. Στα μεγάλα ζητήματα της απολιγνιτοποίησης και της λεγόμενης «δίκαιης μετάβασης», μέχρι σήμερα, δεν τα έχουν καταφέρει. Παρά τις δηλώσεις τους, δεν υπήρξε η απαιτούμενη σύγκρουση, η διεκδίκηση και το ξεκάθαρο «χτύπημα του χεριού στο τραπέζι» για όσα συμβαίνουν στη Δυτική Μακεδονία. Η περιοχή αλλάζει βίαια, ο χρόνος πιέζει κι οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στην ανεργία, στην πληθυσμιακή συρρίκνωση και στην οικονομική ασφυξία. Έχουν ευθύνες κι όσο περνά ο καιρός, χωρίς να αλλάζει κάτι, οι ευθύνες (αυτές) μεγαλώνουν ακόμη περισσότερο.
Η Χύτρα



















































Από τους 5 σταθερά καλύτερος ο Ζευκλης με έργο απτο
Για τον Δήμο Βελβεντου. Κουραδμενος εαν οχι εξαντλημένος ο Δήμος Στεργίου. Δεν υπαρχει στρατηγικος σχεδιασμός και στόχος. Περαν μιας αυτονοητης διαχειρισης της καθημερινότητας, η οποια προβαλεται για εργο τιποτα άλλο. Το σοβαρο προβλημα της υδρευσης δεν εχει λυθει, προτασεις η προταδη συγκρατησης πληθυσμου, δεν υπαρχει, οπως και δεν υπαρχει προταση για κανενα εμβληματικό έργο, η μεσω ΔΑΜ η απο οποιοδηποτε αλλο χρηματοδοτικο εργαλειο. Δεν υπαρχει αισιοδοξια για την μη πρπθεση αλλων ανθρωπων να αναλαβει τα ηνια του Δημου, οποτε παθητικα μια ολοκληρη κοινωνια υπομενει τα παντα.