Βιβλιογραφικά Στοιχεία:
Τίτλος: Γλωσσολογία στην Πράξη. Συνομιλίες με το έργο του Κωνσταντίνο Ντίνα
Επιστημονική Επιμέλεια: Ζωή Γαβριηλίδου, Μαρίνα Τζακώστα, Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη
Εκδόσεις: Δίσιγμα
Έτος Έκδοσης: 2025
Σελίδες: 276.
Ο τόμος, των Εκδόσεων Δίσιγμα, διακρίνεται για τη σοβαρότητα και την αισθητική πληρότητα της παρουσίασής του. Ο όγκος των 276 σελίδων αποτελεί ισορροπημένη επιλογή μεταξύ πληρότητας περιεχομένου και λειτουργικότητας. Η χρήση χαρτιού εικονογράφησης (illustration) επιλέχθηκε για την ανθεκτικότητα και τη σοβαρή εντύπωση που προσδίδει, υποδηλώνοντας μια δημοσίευση με σκοπό μακροχρόνιας επιστημονικής αξίας και συχνής επιστημονικής αναφοράς. Το σχεδιασμό του εξωφύλλου χαρακτηρίζει μια σύγχρονη, λιτή αισθητική σε κύρια μπλε και λευκό χρώμα. Η κεντρική εικονογράφηση, που απεικονίζει μια συμβολική γεωμετρική συνένωση ή ροή ως αφαιρετική αναπαράσταση της γλωσσικής επικοινωνίας ή της διασύνδεσης επιστημονικών αξόνων, αποτυπώνεται με έντονα, «γήινα» χρώματα (κόκκινο, κίτρινο, μπεζ). Αυτή η επιλογή ευθυγραμμίζεται με τον τίτλο «Γλωσσολογία στην Πράξη», συνδηλώνοντας δυναμισμό, δημιουργική αλληλεπίδραση και την εφαρμοσμένη, μετασχηματιστική διάσταση της γλωσσολογικής επιστήμης. Σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες γραμματοσειρών, ο οπτικός σχεδιασμός επικοινωνεί έναν όψιμο-μοντέρνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα, τονίζοντας την πρόθεση για έναν σύγχρονο και δυναμικά αναπτυσσόμενο επιστημονικό διάλογο.
Σημειώνουμε ότι ο Κώστας Δ. Ντίνας υπηρέτησε ως καθηγητής στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (2001-2024) στο γνωστικό αντικείμενο Γλωσσολογία, Ελληνική Γλώσσα και Διδακτική της. Είναι απόφοιτος και διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γλωσσολογίας και ταυτόχρονα με τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο, παρακολούθησε μαθήματα στη ρουμανική, βουλγαρική και τουρκική γλώσσα στη Σχολή Βαλκανικών Γλωσσών του Ιδρύματος Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Είναι επίσης διπλωματούχος βυζαντινής μουσικής και ενεργός στα ψηφιακά καινοτόμα μέσα τόσο ερευνητικά, μουσικολογικά, αλλά και διδακτικά.
Ο συλλογικός τόμος συνιστά ένα ακαδημαϊκό αφιέρωμα στον Καθηγητή Κωνσταντίνο Ντίνα, κεντρική μορφή της ελληνικής Γλωσσολογίας και Γλωσσικής Διδακτικής των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Ωστόσο, υπερβαίνει τον τυπικό χαρακτήρα ενός τιμητικού τεύχους, αποτελώντας μια αυτόνομη και συστηματική επιστημονική συμβολή. Ο διττός στόχος του είναι: α) Να καταγράψει και να τιμήσει την πολυσχιδή επιστημονική προσφορά του Καθηγητή Κ. Ντίνα, εστιάζοντας στους τρεις διακριτούς, αλλά διασταυρούμενους επιστημονικούς άξονες που οργάνωσαν το έργο του: (1) τη Γλωσσολογία και Διαλεκτολογία των Βαλκανικών//Ελλάδας με έμφαση στην κοινωνιογλωσσολογική διάσταση, (2) τη Γλωσσική Διδακτική, τον σχεδιασμό Αναλυτικών Προγραμμάτων και την ανάπτυξη της Παιδαγωγικής του Κριτικού Γραμματισμού, και (3) την ενοποίηση των Ψηφιακών Τεχνολογιών και της Διαπολιτισμικής Γλωσσικής Εκπαίδευσης. β) Να λειτουργήσει ως πλατφόρμα για τη θεωρητική εμβάθυνση, την εμπειρική επέκταση και την κριτική προβολή των τρεχουσών προκλήσεων εντός αυτών των πεδίων. Η επιλογή των επιμελητριών — Ζωής Γαβριηλίδου, Μαρίνας Τζακώστα και Νικολέττας Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, εγκεκριμένων πανεπιστημιακών ερευνητριών με διεπιστημονικά και συμπληρωματικά προφίλ στη Γλωσσολογία, τη Διαλεκτολογία και τη Γλωσσική Εκπαίδευση εξασφαλίζει μια συνεκτική, υψηλών προδιαγραφών επιστημονική διεύθυνση που ανταποκρίνεται με ακρίβεια στους παραπάνω στόχους.
Ο τόμος οργανώνεται σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία συνδιαλέγεται κριτικά και δημιουργικά με έναν από τους κύριους άξονες του εργοβιογραφικού του Κ. Ντίνα.
Μέρος Α΄: «Από το γλωσσικό φαινόμενο στις προκλήσεις του γλωσσικού μαθήματος»
Αυτό το τμήμα εστιάζει στον δεύτερο άξονα (Γλωσσική Διδακτική) και μετατοπίζει την προσοχή από την πρακτική εφαρμογή στην απαραίτητη θεωρητική και μεθοδολογική υποδομή. Τα κεφάλαια ασχολούνται με τη δυναμική και μη-στατική φύση της γλώσσας (Μήτσης), την εφαρμογή μαθηματικών μοντέλων στη γλωσσολογική ανάλυση (Καμπάκη-Βουγιουκλή), τη διαχρονική λεξικολογία και τους μηχανισμούς δανεισμού (Παπαναστασίου, Τζακώστα κ.ά.) και τη μορφολογική παραγωγικότητα (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη). Αυτά τα θεμέλια αποτελούν την επιστημονική προϋπόθεση για οποιαδήποτε τεκμηριωμένη διδακτική ανάπτυξη. Το μέρος ολοκληρώνεται με κεφάλαια που αφορούν άμεσα την εκπαιδευτική πράξη: την εναλλακτική αξιολόγηση (Γρίβα) — ζήτημα συγγενές με την εργασία του Ντίνα στην αξιολόγηση προγραμμάτων — και την κρίσιμη σημασία της βαθιάς γλωσσολογικής επιστήμης για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών (Ξυδόπουλος). Στο πεδίο αυτό, ο τόμος μεταφράζει τη συμβολή του καθηγητή Κ. Ντίνα σε μια συζήτηση περί της αναγκαίας διασύνδεσης θεωρητικής γλωσσολογίας και παιδαγωγικής επιστήμης.
Μέρος Β΄: «Γλωσσική διαφοροποίηση, κοινωνικοί αποκλεισμοί, διαπολιτισμική προσέγγιση»
Αυτό το τμήμα αποτελεί τον πιο άμεσο διάλογο με τον πρώτο (Διαλεκτολογία/Κοινωνιογλωσσολογία) και τρίτο (Διαπολιτισμική Εκπαίδευση/Κριτικός Γραμματισμός) άξονα του εργογραφικού του Κ. Ντίνα. Η ανάλυση της γλωσσικής ποικιλίας στο πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής (Κουτσογιάννης) και οι συγκεκριμένες προτάσεις για τη διδακτική αξιοποίηση των διαλέκτων (Κατσούδα, Μαγουλά) αναπτύσσουν συστηματικά ζητήματα που ο Κ. Ντίνας εισήγαγε με τις εθνογραφικές του μελέτες. Η εμπειρική έρευνα για τις γλωσσικές στάσεις και την εκμάθηση στην Κύπρο (Ορφανίδη, Χατζηπαναγιωτίδη) συνδέεται άμεσα με το ενδιαφέρον του για διγλωσσικά και πολυπολιτισμικά περιβάλλοντα εκμάθησης. Στις δημοσιεύσεις αυτές αναδεικνύονται τα ζητήματα αυτά με ένα εμφατικά κριτικό και κοινωνιολογικό πρίσμα. Τα κεφάλαια για τον ρευστό ρατσισμό στον λόγο (Αρχάκης) και τη διαπολιτισμική επικοινωνία μέσω των Κριτικών Σπουδών Λόγου (Στάμου) αποσαφηνίζουν τα ιδεολογικά και δομικά υπόβαθρα των γλωσσικών φαινομένων. Αυτή η προσέγγιση εμπλουτίζει και θεωρητικοποιεί περαιτέρω τον πυρήνα της Παιδαγωγικής του Κριτικού Γραμματισμού που ο Κ. Ντίνας υπέδειξε.
Μέρος Γ΄: «Η έννοια της δημιουργίας και οι αχαρτογράφητες τεχνολογικές ανατροπές»
Στις δημοσιεύσεις αυτές το υλικό εκτείνει και ενημερώνει τον τρίτο άξονα (ΤΠΕ, Καινοτομία), δηλαδή ενσωματώνει τη μελέτη της γλωσσικής δημιουργικότητας και της ποιητικής απόκλισης (Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, Παυλοπούλου) καθώς και λογοτεχνικές αναλύσεις (Καλογήρου, Μαθιουδάκης), υπογραμμίζοντας τη σύνδεση μεταξύ γλωσσολογικής ανάλυσης και λογοτεχνικού κριτικού λόγου. Το κεφάλαιο για τις ΤΠΕ ως κοινωνιο-γνωσιακά εργαλεία (Γάκη, Σπαντιδάκης) παρέχει μια συνεκτική θεωρητική βάση για την εμπειρική ενασχόληση με την εκπαιδευτική τεχνολογία. Η κύρια, όμως, επιστημονική προβολή αυτού του μέρους αφορά την αντιμετώπιση των πιο προηγμένων τεχνολογικών ανατροπών. Τα κεφάλαια για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση (Γαβριηλίδου, Μιχάλης) και για το σχεδιασμό ψηφιακού εκπαιδευτικού παιχνιδιού (Μήτσης, Φλιάτουρας) τοποθετούν τη γλωσσική εκπαίδευση στο επίκεντρο σύγχρονων διεπιστημονικών ερευνητικών πεδίων. Αυτή η στρατηγική δείχνει τη συνεχιζόμενη επιστημονική συνάφεια και την εκρηκτική δυναμική των θεμελιωδών αρχών που προώθησε ο Κ. Ντίνας.
Πριν από την επιστημονική αξιολόγηση, είναι απαραίτητο να επισημανθεί η προσωπική, πρωτοπόρα και καθοριστική συνεισφορά του Καθηγητή Κ. Ντίνα σε έναν τομέα όπου η θεωρία και η πράξη αποκτούν ηθική διάσταση: την τεκμηρίωση και ανάλυση των γλωσσικών οικοσυστημάτων, με κορυφαίο παράδειγμα τη Βλάχικη (Αρομανική) διάλεκτο.
Το πυρετώδες και ακριβές εθνογραφικό και γλωσσολογικό του έργο – ξεκινώντας από την καθοριστική διδακτορική διατριβή για το ιδίωμα της Σαμαρίνας (1987) διαρκεί μέχρι πρόσφατων ερευνητικών προγραμμάτων για γλώσσες υπό εξαφάνιση. Είναι πράξη γλωσσικής διεκδίκησης, πολιτισμικής αποκατάστασης και επιστημονικής ανάγκης. Σε μια εποχή, όπου οι τοπικές γλώσσες και διάλεκτοι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της αφάνισής τους, η συστηματική καταγραφή, η δημοσίευση γραμματικών (π.χ., «Γραμματική της κοινής κουτσοβλαχικής», 1990, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης. Φωνητική-Φωνολογία, Μορφολογία, Σύνταξη, Λεξιλόγιο,2005) και η προώθηση της γλωσσικής ποικιλίας ως πολιτισμικού κεφαλαίου μέσω της εκπαίδευσης, αναδεικνύουν μια κριτική, κοινωνικά υπεύθυνη γλωσσολογία. Αυτή η δράση δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά θέτει τις βάσεις για τη διαχείριση της γλωσσικής ποικιλότητας στο μέλλον. Ο τόμος «Γλωσσολογία στην Πράξη», αν και δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτόν τον άξονα, αναγνωρίζει σιωπηρά αυτή τη θεμελιώδη προϋπόθεση: χωρίς την επιστημονική τεκμηρίωση της ποικιλίας, οποιαδήποτε συζήτηση για κριτικό γραμματισμό, διαπολιτισμικότητα ή διαλεκτική δικαιοσύνη στο σχολείο στερείται εμπεριστατωμένου εμπειρικού υποβάθρου.
Επιστημονική Αξιολόγηση
Ο τόμος «Γλωσσολογία στην Πράξη» δεν αποτελεί στατικό αρχειακό τεκμήριο, αλλά ένα δυναμικά ενσωματωμένο επιστημονικό έργο. Αποδεικνύει ότι το έργο του Κωνσταντίνου Ντίνα δεν ήταν μια απλή συλλογή δημοσιεύσεων, αλλά ένα συνεκτικό και προοδευτικό επιστημονικό εγχείρημα με τρεις διασταυρούμενους άξονες: την αυστηρή και κοινωνικά ευαίσθητη ανάλυση της γλώσσας, τη δέσμευση για μια κριτική, δίκαιη και μετασχηματιστική γλωσσική εκπαίδευση, και την προοπτική ενσωμάτωσης της τεχνολογικής και κοινωνικής καινοτομίας. Η δομή του τόμου επιτρέπει μια συστηματική χαρτογράφηση αυτού του εγχειρήματος. Κάθε κεφάλαιο λειτουργεί ως σημείο επιστημονικής ανάπτυξης και κριτικού διαλόγου, γιατί προβαίνει σε θεωρητικές διακριβώσεις, επεκτείνει τα εμπειρικά όρια ή προβάλλει τις μελλοντικές προκλήσεις. Έτσι, ο τόμος υπηρετεί έναν διπλό, υψηλής αξίας σκοπό: τιμά έναν σημαντικό ενεργό ακαδημαϊκό με την πλέον ουσιαστική επιστημονική διάρκεια — μέσω της συνέχισης και της προαγωγής της έρευνας στους τομείς που βοήθησε να καθορίσει — και προσφέρει στην ευρύτερη ακαδημαϊκή κοινότητα έναν αναγκαίο, επίκαιρο και θεωρητικά στέρεο συλλογικό τόμο.
Αυτός ο συλλογικός τόμος συνεργατών και φίλων του Κ. Ντίνα χαρτογραφεί το σύγχρονο γλωσσολογικό τοπίο και καθορίζει νέους στόχους για τη μελλοντική έρευνα στη Γλωσσολογία και τη Γλωσσική Εκπαίδευση. Αποτελεί απαραίτητο επιστημονικό εργαλείο για γλωσσολόγους, ερευνητές, παιδαγωγούς και όλους όσους ασχολούμαστε με τη γλώσσα στην εκπαίδευση και την κοινωνία.











































Τι είναι αυτά;
Για τις αγιοποιήσεις πρέπει να περάσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα και μετά η εκκλησία προχωρά.