Κατά τη συζήτηση στην Ολομέλεια της νομοθέτησης της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ο βουλευτής ΠΕ Κοζάνης Στάθης Κωνσταντινίδης, με την τοποθέτησή του επισήμανε τη θετική πορεία της χώρας στον τομέα της εργασίας , τις αντιφάσεις των κομμάτων της Αντιπολίτευσης για το ζήτημα αυτό και τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους στέκονται αυτά ενάντια σε ένα κοινωνικό αίτημα, το οποίο και τα ίδια είχαν ένθερμα υποστηρίξει το προηγούμενο διάστημα, και κυρίως στις θετικές επιπτώσεις που θα έχουν οι Συλλογικές Συμβάσεις για τους εργαζόμενους.
Ακολουθεί η πλήρης ομιλία του κ βουλευτή:
«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρία υπουργέ, κύριε υφυπουργέ, το σχέδιο νόμου που συζητούμε σήμερα για τη νομοθέτηση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας, η οποία επιτεύχθηκε πριν από λίγους μήνες ανάμεσα στο Υπουργείο Εργασίας και στους Κοινωνικούς Εταίρους, εργοδότες και εργαζόμενους, βάζει δύσκολα στην αντιπολίτευση, για πολλούς και διαφόρους λόγους, ίσως γι΄αυτό επέλεξαν και οι εκπρόσωποί της να πάνε να «τσικνίσουν» αντί να είναι εδώ.
Ο πρώτος, λοιπόν, λόγος είναι ιδεολογικός. Επί χρόνια η κεντροαριστερά συντηρούσε τον μύθο του μόνου υπερασπιστή των συμφερόντων των εργαζομένων, απέναντι στην κεντροδεξιά, που δήθεν τα αντιστρατευόταν υπέρ των εργοδοτών. Πως να δεχθεί, λοιπόν, ότι μία τέτοια κυβέρνηση, μία κεντροδεξιά κυβέρνηση, φέρνει για πρώτη φορά νομοθέτημα που κατοχυρώνει τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, καταρρίπτοντας ένα ακόμα πολιτικό στερεότυπο.
Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Αναπόφευκτα, αυτή η συζήτηση φέρνει στο προσκήνιο τα αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής στο χώρο της εργασίας. Εκεί, όπου τα κόμματα της αντιπολίτευσης αντιπαλεύουν με τη στάση τους όχι μόνο την κυβερνητική πολιτική αλλά την ίδια την πραγματικότητα:
-Με την ανεργία να βρίσκεται σε χαμηλό 18 ετών, με τελευταία καταγραφή στο 7,5%, ποσοστό χαμηλότερο από Σουηδία, Φινλανδία, Γαλλία, Ισπανία.
-Με τη δημιουργία 560.000 και πλέον, νέων θέσεων εργασίας, και τη χώρα μας να γίνεται πρώτη στην αύξηση απασχόλησης ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ.
-Με τον κατώτατο μισθό στα 880€ (αύξηση 35,4%), στόχο τα 950€ το 2027, και ήδη τον μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης πάνω από τα 1.500 € .
Ποια ήταν όμως η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης στα 7 περίπου χρόνια, μέσα στα οποία πετύχαμε αυτές τις επιδόσεις;
Αμφισβήτηση των δεικτών, αμφισβήτηση των ποιοτικών στοιχείων.
Τι μας λέγατε;
-ότι δεν μετρούν την πλήρη απασχόληση,
-ότι οφείλονται στη φυγή πολιτών στο εξωτερικό,
-ότι δεν αφορούν τις γυναίκες και τους νέους, τις πιο ευάλωτες (εργασιακά) κατηγορίες.
Και κάθε άλλη, βέβαια, αυθαίρετη αιτίαση, με μόνο σκοπό να αποδομήσετε την καλή πορεία της χώρας στον τομέα της εργασίας.
Και πέσατε σε όλες έξω!
Κι όσο καταρριπτόταν τα επιχειρήματα σας, τόσο εντείνατε την αντιπαράθεση, λέγοντας:
-Όχι στην ψηφιακή κάρτα εργασίας.
-Όχι στις ρυθμίσεις για την διευκόλυνση της εργασιακής και οικογενειακής ζωής.
-Όχι στην ευέλικτη απασχόληση με τη συμφωνία του εργαζόμενου.
Και τι δεν ακούσαμε;
Ότι καταργήσαμε το πενθήμερο, και τελικά η 6η μέρα αφορά στο 0,1% των επιχειρήσεων.
Ότι καθιερώσαμε 13ωρη εργασία για όλους, και τελικά έχει γίνει χρήση της στο 0,4% των μισθωτών.
Μιλήσατε για εργασιακό μεσαίωνα, για συνθήκες γαλέρας.
Και ποια ήταν, τελικά, τα αποτελέσματα της εργασιακής αυτής λαίλαπας;
Η ανεργία κατρακύλησε σε ιστορικά χαμηλά, ο κατώτατος και ο μέσος μισθός αυξήθηκαν σημαντικά, το ποσοστό της πλήρους απασχόλησης μεγάλωσε, το ωράριο εργασίας διασφαλίστηκε επαρκέστερα, τα γονεϊκά δικαιώματα διευρύνθηκαν
διευκολύνθηκε (φορολογικά) η απασχόληση συνταξιούχων, μειώθηκε η αδήλωτη εργασία, αυξήθηκαν θεαματικά οι υπερωριακές αμοιβές.
Την ίδια ώρα, ενισχύθηκε η απόκτηση εργασιακής προϋπηρεσίας για νέους, στηρίχθηκαν φορείς και εργαζόμενοι με δράσεις όπως το 55+, μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές και η φορολογία των νέων απασχολούμενων.
Για όλα αυτά, όχι μόνο δεν είχατε μία καλή κουβέντα, αλλά αντίθετα προσπαθούσατε διαρκώς να πανικοβάλετε τους εργαζόμενους και να προκαλέσετε εργασιακή ανασφάλεια.
Κι ένα κομβικό επιχείρημα, για τα δεινά που καταλογίζατε στην κυβέρνηση, ήταν η έλλειψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας!
Και τελικά, πάει κι αυτό! «Τα είχατε χύμα, σας ήρθαν και τσουβαλάτα», που λέει και ο θυμόσοφος λαός!
Αντιλαμβάνεται, συνεπώς, ο καθένας την στενωπό που καλείται να διαβεί η αντιπολίτευση. Γι’ αυτό, και οι εκπρόσωποί της είπαν για τη συμφωνία κάτι ανάμεσα στο… «γιατί δεν τη φέρατε τόσα χρόνια και την φέρνετε σήμερα; Και ότι είναι απέναντι, γιατί δεν προσκλήθηκαν στη διαπραγμάτευση.
Γιατί δεν προσκλήθηκαν. Διότι, προφανώς, τα μέρη είχαν τη βεβαιότητα ότι αν είχαν προσκληθεί θα την είχαν υπονομεύσει.
Κατανοητή λοιπόν η δυσκολία της κεντροαριστεράς να δεχθεί ότι η ΝΔ βάζει την υπογραφή της στην εθνική κοινωνική συμφωνία.
Πρόκειται, εξάλλου, για κόμματα για τα οποία η οικονομική, κοινωνική και ταξική διαπάλη και σύγκρουση αποτελούν έννοιες ακατάλυτες, όπως ακατάλυτη θεωρούν και την προνομιακή τους απεύθυνση στον κόσμο της εργασίας.
Όπως, όμως, αποδείχθηκε, ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο.
Γι’ αυτό και όταν δημοσιοποιήθηκε η συμφωνία, πέρασαν άτσαλα στο plan B. Τι έλεγε αυτό; «Ξεπουλήθηκαν οι λαϊκές διεκδικήσεις. Προδόθηκαν τα κοινωνικά αιτήματα», μας είπαν. Από ποιους; Από τους εκπροσώπους των εργαζομένων.
Κι εδώ περνάμε στον τρίτο λόγο για τον οποίο το συζητούμενο είναι για αυτούς δυσβάσταχτο.
Κι αυτός είναι ότι τα κόμματα αυτά νιώθουν προδομένα από τα δικά τους στελέχη. Από τους κοινωνικούς εταίρους που προέρχονται από τον χώρο τους και συνυπέγραψαν την τριμερή συμφωνία. Από τους εκπροσώπους τους στη ΓΣΕΕ που την υπερψήφισαν ομόφωνα.
Γεγονός που ακυρώνει τα κόμματα αυτά στα μάτια των εργαζομένων. Γεγονός που αποδεικνύει ότι τα όσα αντεργατικά καταλόγιζαν στην κυβέρνηση το προηγούμενο διάστημα ήταν καθόλα αβάσιμα.
Φανερώνει, όμως, και κάτι ακόμα. Μίαν αντίληψη αυτών των κομμάτων, ως προς το εργατικό κίνημα, που λέει ότι «εσείς δεν ξέρετε το συμφέρον σας. Εμείς το γνωρίζουμε καλύτερα». Καθώς επίσης και ότι το εργασιακό συμφέρον -των εργαζομένων- πρέπει να συμπίπτει με το πολιτικό συμφέρον αυτών των κομμάτων, άλλως είναι απορριπτέο.
Όμως, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όλα αυτά δεν θα είχαν αξία αν δεν είχαν ουσία.
Και η ουσία βρίσκεται σε ένα ερώτημα: Ενισχύει ή όχι το πλαίσιο της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, τα συμφέροντα των εργαζομένων;
Και κάποια ακόμα υποερωτήματα:
Διαφωνεί έστω και ένας ότι η διευκόλυνση της επεκτασιμότητας και η πλήρης μετενέργεια, δηλαδή η διατήρηση όλων των μισθολογικών και θεσμικών όρων και μετά τη λήξη της ΣΣΕ, μέχρι τη σύναψη νέας, είναι υπέρ των εργαζομένων;
Διαφωνεί έστω και ένας ότι το νέο πλαίσιο θα ενδυναμώσει τις κατοχυρώσεις και εγγυήσεις τους, θα βελτιώσει τις απολαβές και τους όρους εργασίας, πάνω και πέρα από τις ήδη νομοθετημένες και εφαρμοζόμενες;
Και συμπληρώνω, ακόμα και στα ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, και το υπογραμμίζω, για όλα όσα ειπώθηκαν σχετικά με το πρόσφατο τραγικό δυστύχημα.
Συνεπώς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν δικαιούστε να μην επικυρώσετε τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων.
Η καταψήφισή της θα είναι μία πράξη πολιτικής δειλίας, υποκρισίας και εμπάθειας. Θα είναι μία πράξη αμφισβήτησης της ανεξαρτησίας του συνδικαλιστικού κινήματος.
Εγκαταλείψτε τη στείρα αντιπαράθεση, που σας οδηγεί σε αντιφάσεις και σε εσωτερικές συγκρούσεις. Συμφωνείστε στα αυτονόητα.
Κύριε υφυπουργέ, κυρία υπουργέ, η χώρα πάει καλά, η Δυτική Μακεδονία αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Όπως είπε και ο κύριος πρωθυπουργός, είναι η πιο ευάλωτη περιοχή, χρειαζόμαστε ιδιαίτερες μέριμνες και στηρίξεις. Είμαστε σίγουροι ότι θα σας έχουμε δίπλα μας και στο μέλλον.».










































