Την άποψη ότι η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά, πολυεπίπεδη και δομική κρίση, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιφανειακές προσεγγίσεις, εξέφρασε ο πρώην δήμαρχος Κοζάνης Λευτέρης Ιωαννίδης στη συνέντευξή του στο kozan.gr το πρωί της Δευτέρας 30 Μαρτίου, αναπτύσσοντας αναλυτικά τη δική του προσέγγιση για τη μετάβαση, τις αστοχίες που προηγήθηκαν και τις επιλογές που -όπως είπε- εξακολουθούν να λείπουν. Ο κ. Ιωαννίδης ξεκίνησε λέγοντας ότι πριν ακόμη από το 2019 υπήρχε έντονη πολιτική συζήτηση για το μέλλον και την ταυτότητα της περιοχής, και ότι ήδη τότε ο ίδιος και ο πολιτικός του χώρος προειδοποιούσαν πως, αν δεν αλλάξουν δραματικά τα πράγματα, τη στιγμή που η χώρα θα βγαίνει από την κρίση, η Δυτική Μακεδονία θα εισέρχεται βαθύτερα σε αυτήν. Κατά τον ίδιο, αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Όπως τόνισε, το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Αντίθετα, έχει ρίζες που πηγαίνουν δεκαετίες πίσω και συνδέονται με λανθασμένες πολιτικές επιλογές. Σημείωσε μάλιστα ότι η απολιγνιτοποίηση δεν είναι μια υπόθεση που ξεκίνησε το 2019, αλλά μια εξέλιξη που είχε διαφανεί πολύ νωρίτερα, μέσα από τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή ήδη από τη δεκαετία του 1990, τη μείωση της λιγνιτικής παραγωγής μετά το 2002 και την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και ειδικά μετά την τρίτη φάση του στις αρχές της δεκαετίας του 2010.
Στο σημείο αυτό επέμεινε στη διάκριση ανάμεσα στην «απολιγνιτοποίηση» και τη «μετάβαση». Κατά τον ίδιο, η απολιγνιτοποίηση ήταν μια ήδη ορατή πορεία, ενώ το πραγματικό πολιτικό ζήτημα ήταν και παραμένει το αν υπήρξαν έγκαιρα και ουσιαστικά πολιτικές μετάβασης. Υποστήριξε ότι οι άνθρωποι που γνώριζαν τις λεπτομέρειες της ενεργειακής αγοράς και των ευρωπαϊκών πολιτικών μπορούσαν να προβλέψουν ότι η περιοχή θα βίωνε βαθιά κρίση και γι’ αυτό οι πολιτικές μετάβασης έπρεπε να είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ακόμη και από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 ή, τουλάχιστον, την περίοδο που ο ίδιος ήταν δήμαρχος. Σύμφωνα με τον Λευτέρη Ιωαννίδη, ένα από τα βασικά λάθη που έγιναν είναι ότι ταυτίστηκε η μετάβαση με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα και ειδικά με το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης. Όπως είπε, αυτό είναι «μέγα λάθος», διότι η μετάβαση είναι ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο και τα χρήματα του ευρωπαϊκού ταμείου είναι απλώς ένα από τα εργαλεία. Έθεσε μάλιστα το ερώτημα τι θα γίνει όταν το πρόγραμμα ολοκληρωθεί, λέγοντας ότι δεν μπορεί να θεωρείται πως τελειώνει τότε και η μετάβαση.
Δεύτερο μεγάλο πρόβλημα, κατά την ίδια προσέγγιση, ήταν ο αποκλεισμός των τοπικών φορέων και της τοπικής κοινωνίας από τον σχεδιασμό και τη διαχείριση. Ο πρώην δήμαρχος μίλησε για ένα συγκεντρωτικό και γραφειοκρατικό σύστημα, στο οποίο οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται στην Αθήνα, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η διεθνής εμπειρία και η ευρωπαϊκή προσέγγιση δείχνουν πως οι πολιτικές έχουν καλύτερα αποτελέσματα όταν οι τοπικές κοινωνίες εμπλέκονται ενεργά. Στο ίδιο πλαίσιο άσκησε κριτική και στις δομές στήριξης της επιχειρηματικότητας και τα κέντρα δεξιοτήτων που έχουν δημιουργηθεί στην Κοζάνη, λέγοντας ότι «δεν αποδίδουν», ακριβώς επειδή σχεδιάστηκαν «από τα πάνω» και με καθαρά γραφειοκρατική λογική. Τόνισε ότι λείπει ένας σοβαρός μηχανισμός παρακολούθησης και αξιολόγησης, ο οποίος να εξετάζει όχι απλώς την απορροφητικότητα των προγραμμάτων, αλλά την πραγματική αποτελεσματικότητά τους: πόσες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, πού δημιουργήθηκαν, ποια προβλήματα λύθηκαν και ποιοι δείκτες βελτιώθηκαν.
Κριτική άσκησε και στα προγράμματα κατάρτισης, τα οποία, όπως είπε, δεν αποδίδουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Ανέφερε ότι εφαρμόζονται οριζόντιες πολιτικές κατάρτισης με αμφισβητούμενα αποτελέσματα, αντί να έχει προηγηθεί μια σοβαρή καταγραφή του εργατικού δυναμικού και των αναγκών του, ώστε να σχεδιαστούν πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο θέμα των εκτάσεων και των απαλλοτριώσεων. Θύμισε ότι ήδη από το 2020 είχε ανοίξει τη συζήτηση για τη διαχείριση των εκτάσεων που είχαν δεσμευτεί για τις ανάγκες της ΔΕΗ, λέγοντας πως η τοπική κοινωνία και οι τοπικοί φορείς αγνοήθηκαν. Μάλιστα χαρακτήρισε τον τρόπο με τον οποίο προχώρησε το ζήτημα ως κατάσταση που «μπορεί να θεωρηθεί και σκάνδαλο», αποδίδοντας ευθύνες τόσο στη ΔΕΗ και το κράτος όσο και στους τοπικούς φορείς επειδή δεν αντέδρασαν όπως έπρεπε.
Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι και η ίδια η περιοχή δεν κατάφερε να διαμορφώσει έγκαιρα μια ολοκληρωμένη εναλλακτική πρόταση «από τα κάτω». Όπως είπε, η τοπική κοινωνία, οι φορείς και η αυτοδιοίκηση δεν συγκρότησαν το δικό τους στρατηγικό σχέδιο για το πώς θέλουν να είναι ο τόπος. Αντίθετα, περίμεναν την πρόταση του υπουργείου, όταν -όπως σημείωσε- θα έπρεπε να είχαν ήδη διαμορφώσει δική τους συγκροτημένη πρόταση για το μέλλον της περιοχής. Σε ό,τι αφορά το μέλλον, ο Λευτέρης Ιωαννίδης προειδοποίησε ότι η περιοχή βρίσκεται ήδη επτά χρόνια πριν από το επόμενο κρίσιμο σημείο και ενώ έχει ανοίξει η συζήτηση για τη νέα προγραμματική περίοδο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν μπορεί να παραμένει απούσα. Υποστήριξε ότι απαιτείται άμεσα τοπικός διάλογος, ειλικρινής απολογισμός για το τι έγινε μέχρι σήμερα και κυρίως σχέδιο για το πώς θα κινηθεί η περιοχή στη συνέχεια. Εκτίμησε μάλιστα ότι τα ζητήματα της μετάβασης δεν φαίνεται να αποτελούν πλέον απόλυτη προτεραιότητα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ενισχύονται άλλες ατζέντες, όπως η άμυνα και η ανταγωνιστικότητα.
Η συνολική του θέση ήταν ότι η Δυτική Μακεδονία δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται ούτε με αυταπάτες ούτε με εργαλεία του παρελθόντος. Αντίθετα, χρειάζεται βαθύτερη πολιτική επεξεργασία, συμμετοχή της κοινωνίας, ουσιαστική στρατηγική και τοπικά επεξεργασμένες προτάσεις που να απαντούν στο τι είδους τόπο θέλει να γίνει η περιοχή την επόμενη μέρα.









































