Σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα 6 Απριλίου, φιλοξενήθηκε στο kozan.gr ο Δημήτρης Συνδουκάς, μόνιμος εργαζόμενος του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και ιδιαίτερα αγαπητός στην τοπική κοινωνία, με μακρά διαδρομή στο ερασιτεχνικό θέατρο, στη μουσική, στο stand up comedy, αλλά και συμμετοχές στον κινηματογράφο. Όπως αποκάλυψε, η πρώτη του επαφή με το θέατρο ξεκίνησε το 1986, σε ηλικία 21 ετών, μέσα από τη φιλία του με τον Γιώργο Κοντoρίκο και την εμπλοκή του στον Φιλοπρόοδο Σύλλογο. Οι πρώτες παραστάσεις δίνονταν τόσο στο παλιό «στέκι» όσο και σε χωριά της περιοχής, με τον ίδιο να θυμάται ότι η πρώτη του επαφή με το κοινό συνοδεύτηκε από έντονο άγχος, αλλά και από την αίσθηση πως το θέατρο ήταν ένας χώρος που τον τραβούσε.
Στη συνέντευξη μίλησε για τις διαφορές ανάμεσα στο θέατρο, το stand up comedy και τον κινηματογράφο. Όπως είπε, το θέατρο είναι άμεσο και δεν διορθώνεται, ενώ στο stand up ο βαθμός δυσκολίας είναι ακόμη μεγαλύτερος, καθώς ο ηθοποιός πρέπει να είναι διαρκώς σε ετοιμότητα απέναντι στο κοινό. Αναφέρθηκε επίσης στη συμμετοχή του στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, μια εμπειρία που χαρακτήρισε «φοβερή», περιγράφοντας τη διαδικασία των γυρισμάτων και τον τρόπο με τον οποίο επιλέχθηκε, μαζί με άλλους ερασιτέχνες ηθοποιούς της Κοζάνης.
Ο ίδιος παραδέχθηκε πως έχει ταυτιστεί κυρίως με την κωμωδία και ότι αγαπά ιδιαίτερα το χιούμορ, γιατί, όπως είπε, ο κόσμος έχει ήδη αρκετά βάσανα και ο ίδιος θέλει να του προσφέρει γέλιο. Παράλληλα, εξήγησε ότι ασχολείται χρόνια και με τη μουσική, παίζοντας κιθάρα και μπουζούκι, λέγοντας μάλιστα πως η μουσική βοηθά σημαντικά και έναν ηθοποιό, τόσο στην έκφραση όσο και στη συνολική του αντίληψη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, όπου εργάζεται από το 1997 ως κατασκευαστής σκηνικών και οδηγός φορτηγού. Θυμήθηκε τις μεγάλες παραγωγές και τις πανελλαδικές περιοδείες των παλαιότερων ετών, σημειώνοντας ότι το ΔΗΠΕΘΕ πέρασε δύσκολες περιόδους, ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσης, αλλά σήμερα, όπως είπε, «σιγά σιγά ανεβαίνει». Για τον σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή Στέλιο Χλιαρά ανέφερε πως γίνεται προσπάθεια να επανέλθει ο κόσμος στο θέατρο, ενώ υπογράμμισε πως το σημαντικότερο στοίχημα δεν είναι απλώς να έρθει ένα μεγάλο όνομα, αλλά να χτιστεί ξανά μια σταθερή σχέση του κοινού με το θέατρο και τις ποιοτικές παραστάσεις.
Ο Δημήτρης Συνδουκάς μίλησε και για το πρόβλημα των χώρων, σημειώνοντας πως στην Κοζάνη δεν υπάρχουν αρκετές κατάλληλες αίθουσες για να στηριχθούν οι ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες. Όπως εξήγησε, σήμερα ενεργές είναι κυρίως δύο ομάδες, το «Θέατρο Παρέα» και το «Ονειρόdrama», ενώ παλαιότερα υπήρχαν περισσότερες. Τόνισε μάλιστα ότι χωρίς χώρους και στήριξη είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια ερασιτεχνική ομάδα να επιβιώσει.
Στο κομμάτι της Αποκριάς, στάθηκε ιδιαίτερα στην απώλεια του διαλόγου και του τοπικού ιδιώματος στην κεντρική πλατεία, λέγοντας πως αυτό το στοιχείο πρέπει να επανέλθει και πως χρειάζεται προσπάθεια ώστε τα νέα παιδιά να μάθουν ξανά την κοζανίτικη διάλεκτο. Όπως αποκάλυψε, υπάρχει ήδη σκέψη να στηθεί μια σχετική πρωτοβουλία με τη συμμετοχή φορέων, ώστε να μη χαθεί αυτό το πολιτιστικό αποτύπωμα.
Τέλος, δεν έκρυψε την ανησυχία του για την κατάσταση στην Κοζάνη, συνδέοντάς την άμεσα με την απολιγνιτοποίηση. Περιέγραψε μια πόλη με «βαριά ρημάδια» βράδια, χωρίς ζωντάνια, εκφράζοντας την απαισιοδοξία του για τις περιβόητες επενδύσεις και ασκώντας κριτική στο πολιτικό προσωπικό της περιοχής, το οποίο χαρακτήρισε «χαμηλότατου επιπέδου».
Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο Δημήτρης Συνδουκάς έδωσε και τη φράση που, όπως είπε, τον εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη: «Γελάτε γιατί χανόμαστε».









































για την αποκρια παντως εχει δικιο, πρεπει να ξανακουστουν τα κοζανιτικα