Επειδή ο καιρός κοντοζυγώνει, καλό είναι να αρχίσουμε να μιλάμε καθαρά.
Το επόμενο διάστημα θα εμφανιστούν ξανά δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να παρουσιαστούν ως «νέα λύση». Μόνο που πίσω από τα νέα πρόσωπα, θα κρύβονται οι ίδιες εξαρτήσεις, οι ίδιες παρασκηνιακές συμφωνίες και οι ίδιες λογικές διαχείρισης που εδώ και χρόνια κρατούν τον τόπο στάσιμο.
Οι ίδιοι μηχανισμοί που χθες στήριζαν συγκεκριμένες επιλογές, σήμερα ετοιμάζονται να κατασκευάσουν το επόμενο αφήγημα. Όχι γιατί άλλαξαν πολιτική αντίληψη, αλλά γιατί θέλουν να διατηρήσουν επιρροή, ρόλους και ισορροπίες.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι όλο αυτό έχει πλέον οικοδομηθεί ως κανονικότητα.
Ένα σύστημα σχέσεων, εξαρτήσεων και ισορροπιών, όπου συγκεκριμένοι άνθρωποι τοποθετούνται διαρκώς σε θέσεις-κλειδιά, επηρεάζοντας τη δημόσια συζήτηση, κατευθύνοντας την κοινωνία και αναπαράγοντας ένα μοντέλο χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση και αντίδραση. Πρόσωπα που πολλές φορές αδυνατούν όχι μόνο να παρουσιάσουν ένα σοβαρό και πειστικό σχέδιο για τον τόπο, αλλά ακόμη και να αρθρώσουν έναν συγκροτημένο δημόσιο λόγο που να εμπνέει εμπιστοσύνη, ασφάλεια και προοπτική στην κοινωνία.
Γιατί όταν η πολιτική ευθύνη ξεπερνά την πολιτική επάρκεια, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς διοικητικό. Γίνεται βαθιά επικίνδυνο για το μέλλον του τόπου.
Όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε μια κοινωνία κουρασμένη. Μια κοινωνία που βλέπει όλο και περισσότερη βιτρίνα και όλο και λιγότερη ουσία. Που ακούει συνεχώς για «έργο», «παραδοτέα», «δράσεις» και «χορηγίες», την ώρα που σε βασικά ζητήματα κυριαρχεί η αίσθηση της εγκατάλειψης και της ανασφάλειας.
Και γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό όταν βλέπουμε δημόσιες τοποθετήσεις ανθρώπων της διοίκησης που μιλούν για την κατάσταση των πόρων και των δυνατοτήτων του Δήμου λες και βρίσκονται σε άλλη πόλη. Λες και δεν αποτελούν μέρος της ίδιας διοίκησης που έχει την ευθύνη να δώσει λύσεις.
Την ίδια στιγμή, κάποιοι επιμένουν να χαρακτηρίζουν κάθε κοινωνική αγωνία ως «μιζέρια» και κάθε κριτική ως «γκρίνια». Σαν να είναι πρόβλημα οι πολίτες που ανησυχούν και όχι η πραγματικότητα που βιώνουν.
Ακόμη χειρότερα, ακούμε ανθρώπους με θεσμικές ή δημόσιες θέσεις να δηλώνουν ότι «ο κόσμος δεν θέλει να δουλέψει».
Λες και οι νέοι άνθρωποι δεν αναγκάζονται να φεύγουν.
Λες και υπάρχουν επαρκείς, αξιοπρεπείς και σταθερές δουλειές για όλους.
Λες και η ανασφάλεια, οι χαμηλοί μισθοί και η έλλειψη προοπτικής είναι προσωπική επιλογή της κοινωνίας.





































