Κάποτε το πανηγύρι άρχιζε πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη νότα.
Άρχιζε από τα ασβεστωμένα σοκάκια, από τις αυλές που μοσχοβολούσαν βασιλικό, από τις γυναίκες που ετοίμαζαν το τραπέζι, από τους ηλικιωμένους που περίμεναν να δουν τα εγγόνια τους να πιάνουν για πρώτη φορά το χέρι στον κύκλο του χορού.
Δεν υπήρχαν προβολείς. Δεν υπήρχαν καπνοί. Δεν υπήρχαν εντυπωσιακά εφέ.
Υπήρχε μόνο φως. Το φως των ανθρώπων.
Σήμερα, οι πλατείες φωτίζονται περισσότερο από ποτέ. Οι προβολείς χρωματίζουν τη νύχτα, τα ηχεία δονούν τον αέρα, οι σκηνές μεγαλώνουν και η τεχνολογία κάνει θαύματα. Κι όμως, μέσα σε όλη αυτή τη λάμψη, αναρωτιέται κανείς αν φωτίζεται εξίσου και η ψυχή του πανηγυριού.
Γιατί η παράδοση δεν γεννήθηκε για να εντυπωσιάζει. Γεννήθηκε για να ενώνει.
Το πανηγύρι δεν ήταν μια παράσταση με θεατές. Ήταν μια μεγάλη αγκαλιά, όπου όλοι είχαν θέση. Ο πρώτος και ο τελευταίος στον χορό είχαν την ίδια αξία. Ο ηλικιωμένος που κρατούσε τον ρυθμό με το βλέμμα του και το μικρό παιδί που πατούσε διστακτικά τα πρώτα του βήματα ήταν οι δύο άκρες της ίδιας αλυσίδας.
Αυτή η αλυσίδα λέγεται παράδοση.
Και η παράδοση δεν μεταφέρεται με καλώδια, ούτε με ψηφιακές κονσόλες. Μεταφέρεται από χέρι σε χέρι. Από βλέμμα σε βλέμμα. Από ιστορία σε ιστορία.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη ευθύνη των Πολιτιστικών Συλλόγων.
Δεν είναι μόνο οι διοργανωτές μιας εκδήλωσης. Είναι οι σιωπηλοί φύλακες της μνήμης ενός τόπου. Είναι εκείνοι που κρατούν στα χέρια τους κάτι πολύ πιο πολύτιμο από μια επιτυχημένη βραδιά: κρατούν την ταυτότητα μιας κοινωνίας.
Η τεχνολογία δεν είναι ο εχθρός. Ούτε τα φώτα, ούτε ο καλός ήχος, ούτε η εξέλιξη. Ο πολιτισμός πάντοτε προχωρούσε μαζί με τον χρόνο.
Εχθρός γίνεται μόνο η λήθη.
Η στιγμή που αρχίζουμε να πιστεύουμε πως το πανηγύρι είναι μόνο εικόνα. Πως η επιτυχία μετριέται από τα βίντεο που θα γίνουν δημοφιλή και όχι από το παιδί που γύρισε στο σπίτι ρωτώντας τον παππού του γιατί χορεύουμε αυτόν τον χορό.
Η παράδοση δεν ζητά να μείνει ακίνητη. Ζητά μόνο να μην ξεχάσουμε την ψυχή της.
Κάποτε οι άνθρωποι έφευγαν από το πανηγύρι κουρασμένοι στα πόδια, αλλά γεμάτοι στην καρδιά.
Σήμερα, πολλές φορές φεύγουμε γεμάτοι εικόνες, αλλά άδειοι από συναίσθημα.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα.
Μήπως δεν χάσαμε την παράδοση επειδή αλλάξαμε τα μέσα;
Μήπως τη χάνουμε επειδή αλλάξαμε τον λόγο που ανταμώνουμε;
Όταν σβήσουν τα φώτα, όταν σωπάσουν τα ηχεία και διαλυθούν οι καπνοί, θα μείνει μόνο ό,τι ήταν αληθινό.
Θα μείνει το χαμόγελο του γέροντα που είδε τον εγγονό του να χορεύει τον ίδιο σκοπό που χόρεψε κι εκείνος πριν από εξήντα χρόνια.
Θα μείνει το δάκρυ της γιαγιάς όταν άκουσε και σιγο τραγούδησε έναν παλιό σκοπό.
Θα μείνει η μνήμη.
Και τότε θα καταλάβουμε πως η παράδοση δεν κατοικεί ούτε στα φώτα ούτε στις σκηνές.
Κατοικεί στις καρδιές εκείνων που αρνούνται να την αφήσουν να γίνει απλώς… ένα ακόμη θέαμα.
Ιορδάνα Μπαραμπάνη
















































