Ο πρωθυπουργός, ανάμεσα στο «εμπόριο» ελπίδας είπε και μια αλήθεια: «Μας το υπέδειξε η αγορά», αποκαλύπτοντας πως εξαρχής ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας, η απολιγνιτοποίηση και η πράσινη μετάβαση δεν έγιναν με κριτήριο την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του λαού και την αξιοποίηση των σύγχρονων παραγωγικών δυνατότητων, αλλά με κριτήριο την κερδοφορία των ομίλων, στα πλαίσια της όξυνσης του ανταγωνισμού και του ενεργειακού πολέμου που μαίνεται στην περιοχή. Αυτό μαρτυρούν και οι χιλιάδες θέσεις εργασίας που χάθηκαν μετά το κλείσιμο λιγνιτικών μονάδων και ορυχείων. Για αυτό και το ΚΚΕ επιμένει: Κανένα κλείσιμο σταθμών και ορυχείων,
επαναλειτουργία όλων των λιγνιτικών μονάδων, χωρίς τις δεσμεύσεις της ΕΕ, του εμπορίου ρύπων και του χρηματιστηρίου ενέργειας
Ήταν μια επίσκεψη που απευθυνόταν στους επενδυτές – μετόχους των επιχειρηματικών ομίλων, καλωσορίζοντάς τους σε νέα πεδία κερδοφορίας, δίνοντας τους κυριολεκτικά «γη και ύδωρ». Αναμάσησε το κάλπικο αφήγημα ότι από την έλευση των «επενδύσεων» θα βελτιωθεί δήθεν και η ζωή των εργαζομένων.
Όμως, το παραμύθι της κυβέρνησης για τη δήθεν δίκαιη μετάβαση, με κερδισμένους όλους, είναι διδακτικό, γιατί αποκαλύπτει ότι τα κέρδη των επενδυτών δεν πέφτουν από τον ουρανό. Η εγγυημένη κερδοφορία, η «βιώσιμη ανάπτυξη» των νέων επενδύσεων, βασίζεται στις δικές μας θυσίες, τόσο στο εισόδημα όσο και τα δικαιώματα του λαού. Πλέον αποδεικνύεται ότι το περιβόητο «φιλοεπενδυτικό» περιβάλλον είχε ως προϋπόθεση το τσάκισμα μισθών και συλλογικών συμβάσεων εργασίας, το ξεχείλωμα του εργάσιμου χρόνου, αλλά και το μεγάλο «ξεπούλημα» της γης, την ακύρωση των τεράστιων παραγωγικών δυνατότητων.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι η εκτίναξη των επενδύσεων σε ολόκληρη τη χώρα την περασμένη δεκαετία, από το 11% στο 17% του ΑΕΠ, δε μεταφράστηκαν σε καλύτερες μέρες για τους εργαζόμενους, τις εργατικές λαϊκές οικογένειες, αλλά σε νέες θυσίες και απώλειες.
Οι δηλώσεις για στήριξη της επιχειρηματικότητας, δεν αφορά τους μικρούς επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, αλλά τις μεγάλες επενδύσεις και τους επιχειρηματικούς ομίλους. Το παράδειγμα της Δυτικής Μακεδονίας φωτίζει το παραπάνω, αφού για τους κάθε λογής «στρατηγικούς» επενδυτές συνεχίζουν οι προκλητικές φοροαπαλλαγές και πακτωλός επιδοτήσεων με κάθε απίθανο τρόπο, δίπλα από τις φοροαπαλλαγές των εφοπλιστών και των τραπεζιτών, αλλά για τους αυτοαπασχολούμενους οι φορολόγηση από το 1ο ευρώ του εισοδήματος, η τεκμαρτή φορολόγηση τους «ξετινάζει».
Πρόκληση, επίσης, αποτελεί για τους αγροτοκτηνοτρόφους της περιοχής που ξεκληρίζονται από το εκτοξευμένο κόστος παραγωγής, τις ζωωνόσους και δεν έχουν δει ούτε ένα ευρώ, το πρόγραμμα 63 εκατομμυρίων ευρώ σε συνδυασμό με την παροχή δημόσιας γης για το μεγάλο θερμοκήπιο, που βαφτίζεται «στήριξη του ελληνικού αγροδιατροφικού τομέα».
Παρά τις φιέστες και τις κορδέλες στο νοσοκομείο Κοζάνης, που στενάζει από τις ελλείψεις προσωπικού, ξέχασαν να πουν πως το περιβόητο ταμείο Ανάκαμψης, που στηρίχθηκε από την κυβέρνηση και τη βολική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ και του Τσίπρα, θα το χρυσοπληρώσει ο λαός από την τσέπη του αλλά και με τα πάνω από 600 αντιλαϊκά προαπαιτούμενα, μεταξύ των οποίων είναι και η παραπέρα εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της υγείας.
Αυτό που έχει ανάγκη ο λαός της Δυτικής Μακεδονίας δεν είναι η αναμονή «σωτήρων – επενδυτών», αλλά το δυνάμωμα του αγώνα σε σύγκρουση με την κυρίαρχη πολιτική, για να ανοίξει ο δρόμος για έναν άλλο δρόμο ανάπτυξης όπου κίνητρο της παραγωγής δεν θα είναι τα κέρδη των επενδυτών, αλλά η κάλυψη των αναγκών του λαού. Στα πλαίσια αυτά θα μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος του λαού όλες οι παραγωγικές δυνατότητες της Δυτικής Μακεδονίας και όλες οι τεχνολογικές εφαρμογές που έχει δημιουργήσει η συλλογική ανθρώπινη εργασία και έρευνα.
Απάντηση στα κάλπικα κυβερνητικά αφηγήματα μπορεί να δώσει η μαζική συμμετοχή στο πανελλαδικό – παλλαϊκό συλλαλητήριο που προετοιμάζεται για το άλλο Σάββατο 5 Σεπτέμβρη στη ΔΕΘ. Εκεί ο λαός θα κάνει τις δικές του εξαγγελίες ότι στο προσκήνιο μπαίνουν οι δικές τους ανάγκες και όχι τα κέρδη.
















































