Κατά τη χθεσινή επίσκεψη των Δ. Παπαστεργίου και Σ. Καλαφάτη στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και στη συζήτηση με τον Πρύτανη Θ. Θεοδουλίδη, ειπώθηκε κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Πρύτανης παρουσίασε μια εικόνα που, ασφαλώς, έχει θετικά στοιχεία. Αύξηση περίπου 9% στους φετινούς εισακτέους, σχεδόν 3.000 νεοεισερχόμενοι φοιτητές, αλλά και κάτι ακόμη. Όπως είπε, όλο και περισσότερα παιδιά από τη Δυτική Μακεδονία επιλέγουν πλέον να σπουδάσουν εδώ, εγκαταλείποντας σταδιακά εκείνη την παλιότερη νοοτροπία του «φεύγω για να κάνω τη ζωή μου αλλού».
Αυτό είναι σημαντικό. Ωστόσο, στην ίδια κουβέντα ειπώθηκε και κάτι ακόμη: περίπου ένας στους έξι φοιτητές φεύγει με μετεγγραφή. Το «1 στους 6» αντιστοιχεί περίπου στο 16,7%. Αν το ποσοστό αυτό αφορά τους περίπου 3.000 νεοεισερχόμενους που ανέφερε ο Πρύτανης, τότε μιλάμε θεωρητικά για περίπου 500 φοιτητές. Αν αφορά διαφορετική βάση υπολογισμού, ο απόλυτος αριθμός φυσικά αλλάζει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ποσοστό από μόνο του δεν είναι αμελητέο.
Ακούγοντας αυτή την επισήμανση από τον Πρύτανη, ο Υπουργός Δ. Παπαστεργίου σχολίασε πως όσο περισσότεροι νέοι έρχονται, βλέπουν από κοντά τη δουλειά που γίνεται κι όσο αρχίζει να μειώνεται ο αριθμός των μετεγγραφών, τόσο περισσότερο μπορεί κανείς να μιλά για αναστροφή του κλίματος. Και κάπου εδώ βρίσκεται η άλλη μισή επιτυχία που πρέπει ακόμη να κατακτηθεί.
Γιατί το να επιλέγουν τα παιδιά της Δυτικής Μακεδονίας το Πανεπιστήμιο του τόπου τους είναι εξαιρετικά θετικό. Δεν αρκεί, όμως, για ένα Πανεπιστήμιο που θέλει να αποτελέσει πραγματικό πόλο ανάπτυξης. Το μεγάλο στοίχημα είναι το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας να αποτελεί επιλογή και για το παιδί από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο ή την Κρήτη. Και όταν έρθει εδώ, να μη σκέφτεται από την πρώτη στιγμή πώς θα πάρει μετεγγραφή για να φύγει.
Το «ένας στους έξι» δεν είναι ποσοστό που δικαιολογεί καταστροφολογία, αλλά σίγουρα δεν είναι και αμελητέο. Κι εδώ δεν μιλάμε απλώς για περισσότερες νοικιασμένες γκαρσονιέρες ή περισσότερους καφέδες στις πόλεις. Ένας φοιτητής που έρχεται από άλλη περιοχή και μένει τέσσερα ή πέντε χρόνια στη Δυτική Μακεδονία φέρνει μαζί του οικονομική δραστηριότητα, δημιουργεί δεσμούς με τον τόπο, μπορεί να κάνει πρακτική εδώ, να εργαστεί εδώ και ίσως κάποια στιγμή να αποφασίσει ακόμη και να εγκατασταθεί εδώ.
Άρα, ναι, τ’ ότι περισσότερα παιδιά της Δυτικής Μακεδονίας επιλέγουν να μείνουν και να σπουδάσουν στον τόπο τους είναι μια πολύ καλή είδηση. Είναι όμως η μισή επιτυχία. Η άλλη μισή θα έρθει – αν έρθει – όταν αρχίσουμε να ακούμε όλο και περισσότερα παιδιά από την υπόλοιπη Ελλάδα να λένε: «Πέρασα στη Δυτική Μακεδονία και θέλω να μείνω εκεί».














































μα τα παιδιά επιλέγουν να σπουδάσουν εδώ γιατί οι πολυτεχνικές σχολές έχουν ένα κάποιο επίπεδο και κυρίως ΓΙΑΤΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΠΙΑ ΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΕΙ ΠΑΙΔΙΑ ΣΕ ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ! Πάλι καλά που υπάρχει το πανεπιστήμιο για το οποίο οι πρώην τειτζήδες εκπαιδευτικοί κάνουν ότι μπορούν να το φέρουν στα μέτρα τους…….
οι μεταγγραφές ως επί το πλείστων αφορά ακριβώς αυτό, παιδιά από άλλες περιοχές,, που λεφτά στην οικογένεια πια για σπουδές σε άλλη πόλη!
οι σχολές του παλιού τει τι βάσεις έχουν; ποιοι είναι οι καθηγητές και οι πρόεδροι των τμημάτων; ας μην πούμε καλύτερα και μελαγχολήσουμε
Τα περισσότερα παιδια αγαπητο kozan διαλέγουν πόλη, δεν διαλέγουν σχολή. Δυστυχώς!
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας για τις μετεγγραφές, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (ΔΠΘ) και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων παρουσιάζουν τις περισσότερες «απώλειες» φοιτητών και τις περισσότερες κενές θέσεις που μένουν πίσω λόγω των μετεγγραφών προς την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σταθερά ψηλά στη λίστα των ιδρυμάτων από τα οποία αποχωρούν οι περισσότεροι φοιτητές βρίσκεται επίσης το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, καθώς και το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.