Μπορεί να φαντάζει δύσκολο αλλά, πίστεψέ με, δεν είναι.
Το να πάρεις την πένα και να γράψεις για κάποιον που δε γνωρίζεις, είναι εύκολο καθώς λίγο ή πολύ συνήθως στοχεύεις σε κάτι που αφορά στην ιδιότητά του, σε κάποια πράξη ή ακόμα και στην απραξία του.
Το να γράψεις όμως κάτι για τον Γιώργο Μαζωνάκη, είναι αρκετά δύσκολο.
Δεν βγήκα φωτογραφία μαζί του, δεν τον παρακολούθησα σε κάποια εμφάνισή του, δεν ξενύχτησα σε κάποιο νυχτερινό κέντρο σιγοτραγουδώντας κάποιο σουξέ, δεν του πέταξα γαρύφαλλα, δεν πήγα σε συναυλία του.
Καλά καλά δεν άκουγα τα τραγούδια του.
Αρχές της δεκαετίας του 90, ως επιμελήτρια και παρουσιάστρια καθημερινής ραδιοφωνικής ενημερωτικής εκπομπής, είχα και το task της επιλογής των μουσικών θεμάτων που ακούγονταν στον αέρα.
Το χειρότερό μου. Με την Ελληνική μουσική δεν τα πήγαινα ποτέ καλά.
Όλα τα τραγούδια τα είχα κατατάξει σε μία κατηγορία και τα είχα βαπτίσει, λαϊκά.
Μουσικά θέματα του καλλιτέχνη έπαιζαν στην εκπομπή μου επειδή τα αγαπούσε ο κόσμος.
Εγώ αρκούμουν στο να μαγεύομαι από τις φωνητικές του ικανότητες που μετέτρεπαν το οτιδήποτε σε ένα αριστούργημα χωρίς να χρειαστεί να ταυτιστείς με τον στίχο ή να σου αρέσει η μουσική.
Στίχοι και μουσική έπαιρναν δεύτερο ρόλο. Τον πρωταγωνιστικό είχε η φωνή.
Μια φωνή, ντυμένη με το μπλε των ματιών του, που γινόταν θάλασσα και σε ταξίδευε από νότα σε νότα, με τον πιο ιδιαίτερο τρόπο.
Ιδιαίτερος σε όλα του.
Ένα «ιδιαίτερο» που έγινε αγαπητό, έγινε λατρεία, έγινε αμφιλεγόμενο, έγινε αφορμή για να τον κοιτάξεις με (αυτό που λέμε) «μισό μάτι».
Και κάπου ανάμεσα σε όλον αυτό τον συρφετό με τα αμφιλεγόμενα, τα ¨ανορθόδοξα¨, τα παράξενα και τα ξενικά …η Ψυχή.
Αυτή η ψυχή που φαίνεται να μιλούσε σε όλους και σε έπειθε για το όμορφο υπόβαθρό της.
Αυτή η ψυχή που έδινε πνοή σε στίχους και γινόταν η απόλυτη έκφραση των συναισθημάτων ανθρώπων χωρισμένων, ερωτευμένων, ξενιτεμένων, απογοητευμένων ή και πλεόντων σε πελάγη ευτυχίας.
Η ιστορία έχει διδάξει ότι μπροστά στο μεγαλείο της ψυχής, τα «κακώς κείμενα» ξεθωριάζουν, ωχριούν ή συστέλλονται, ώστε το ¨αληθινό¨ να πάρει τη θέση που του αξίζει και το φαινομενικό να μπει στο περιθώριο. Ή απλά, αυτό θέλουμε να πιστέψουμε.
Κάποιοι άνθρωποι δεν χωράνε στο μέγεθός τους, δεν χωράνε σε κλασικά ρούχα, στερεότυπα και καλούπια.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης αφήνει το αποτύπωμα για πολλούς λόγους ενώ τα βλέμματα συμπαθείας που (αυτή την ώρα) πέφτουν πάνω του δεν οφείλονται (μόνο) στη διασημότητα αλλά στην ¨άδικη¨ συνθήκη, στο θυελλώδες παρελθόν, στο φιλανθρωπικό έργο στην διατυπωμένη πικρία, στην μοναξιά, στο όραμα.
Και κάπου εδώ, για μία ακόμα φορά, θα κάνει την εμφάνισή της η Ιστορία, που φορώντας το πρώτο διαθέσιμο ειρωνικό μειδίαμα θα επιβεβαιώσει αυτό που ήδη γνωρίζουμε: τα παιδιά της νύχτας πληρώνουν ακριβά τον φόρο της, έναν φόρο επαχθή για τον οποίο, δυστυχώς, καταβάλλονται ποσά «αχρεωστήτως καταβληθέντα».
Καλό ταξίδι Γιώργο Μαζωνάκη














































