Ο τοπογράφος μηχανικός Κωνσταντίνος Σκρίνης παρακολουθεί τους τελευταίους μήνες τρία data centers να χτίζονται στην «αυλή» του σπιτιού του. Το ένα εξ αυτών, τσιμεντένιος σκελετός ακόμη, ορθώνεται σε απόσταση 200 μέτρων από τα πρώτα σπίτια του οικισμού της Χριστούπολης στα Σπάτα. Τριγύρω υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ελαιώνες, αμπέλια και εμπορικές εκθέσεις. «Η νομοθεσία ακολουθεί τις εξελίξεις, μάλιστα με στρεβλό τρόπο», λέει ο κ. Σκρίνης, τον οποίο συνάντησε η «Κ», μαζί με άλλους κατοίκους της Χριστούπολης, στο πλάτωμα ενός μικρού λόφου με θέα προς το εργοτάξιο.
Οι κάτοικοι στα Σπάτα κινητοποιήθηκαν όταν άρχισε να κατασκευάζεται το δεύτερο κατά σειράν data center από τη σύμπραξη ΔΕΗ – Damac. Είχε προηγηθεί εκείνο της Microsoft στην πίσω πλευρά του οικισμού. Προσέφυγαν στο ΣτΕ εναντίον της ΚΥΑ που ορίζει ότι για την αδειοδότηση μονάδων ισχύος κάτω των 20 MW δεν απαιτείται εκπόνηση μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων και διαβούλευση. Η ιδιαίτερη ανησυχία των κατοίκων, όπως σημειώνει ο Μάριος Λάμπρου, επίσης κάτοικος της Χριστούπολης, αφορά τον θόρυβο και τη θερμότητα που εκλύουν οι μονάδες καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου, κυρίως από τη λειτουργία των συστημάτων ψύξης.

Οδηγούμε στην πίσω πλευρά του οικισμού. Ο όγκος του data center της Microsoft διακρίνεται από μακριά στην πλαγιά. Είναι η ώρα που φεύγουν οι εργάτες. Εκτός από την περίφραξη, έχουν τοποθετηθεί κόκκινες πλαστικές μπάρες. Σε μικρή απόσταση διαμορφώνεται το έδαφος για το τρίτο κέντρο δεδομένων από τη σύμπραξη Dromeus – Apto, το μεγαλύτερο και από τα δύο πρώτα. Οι κάτοικοι είχαν αντιμετωπίσει την αρχική επένδυση της Microsoft ως ευκαιρία για την περιοχή, πιστεύοντας ότι θα ανοίξει θέσεις εργασίας, κάτι που δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται.
Στα όριά της η Αττική
Δεν θα έλεγα ότι κινδυνεύει η ασφάλεια τροφοδοσίας, γιατί ο Διαχειριστής δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο. Εξαντλείται, όμως, το περιθώριο για νέες συνδέσεις, αν δεν γίνουν επενδύσεις σε υποσταθμούς και γραμμές υψηλής τάσης.
Παντελής Μπίσκας ΑΠΘ
Την ίδια στιγμή, στο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τη βιομηχανία γίνεται αναφορά στα Σπάτα και τα data centers. «Τα data centers, τυπικά τουλάχιστον, δεν θεωρούνται βιομηχανίες και επίσης τα επιχειρηματικά πάρκα στα Σπάτα όπου κατασκευάζονται data centers δεν επιτρέπουν βιομηχανικές χρήσεις», τονίζει ο κ. Σκρίνης. Στην ίδια συνάντηση της «Κ» με τους κατοίκους στην Ανατολική Αττική παρευρίσκονται η Δανάη Λιοδάκη, αρχιτέκτων με διδακτορικό στην Ανθρωπογεωγραφία, και ο Γιώργος Μπουγιούκος, αρχιτέκτων-ερευνητής, οι οποίοι μελετούν τις επιπτώσεις των data centers στην Ελλάδα. «Πολλές χώρες στο εξωτερικό, ήδη από το 2019-20, σε πολύ πιο ώριμες αγορές από την Ελλάδα, έκαναν μορατόριουμ, δηλαδή “πάγωσαν” τις αδειοδοτήσεις μέχρι η νομοθεσία να εξισορροπήσει τις ανάγκες του κλάδου και των τοπικών κοινωνιών», λένε.
Παγκόσμια ζήτηση
Σύμφωνα με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, η παγκόσμια ζήτηση συνολικής ισχύος data centers αναμένεται να τριπλασιαστεί έως το 2034 –από 18 GW σε 58 GW– λόγω της εκθετικής ανάπτυξης εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και υπηρεσιών cloud, της επέκτασης των δικτύων 5G και της αυξημένης χρήσης υπηρεσιών streaming υψηλής ανάλυσης. Οι βασικοί ευρωπαϊκοί κόμβοι θεωρούνται κορεσμένοι, υπάρχουν περιορισμοί στα ενεργειακά δίκτυα και καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις· έτσι οι επενδυτές αναζητούν νέο πεδίο στη ΝΑ Ευρώπη.
Τον Μάρτιο η κυβέρνηση παρουσίασε μελέτη για τη χωροθέτηση και την ανάπτυξη των data centers στην Ελλάδα, την οποία εκπόνησε η συμβουλευτική εταιρεία PwC. Στη μελέτη καταγραφόταν έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, το οποίο ξεπερνούσε το 1 GW, περισσότερο από 20 φορές τη σημερινή εγκατεστημένη ισχύ σε λειτουργία. Μετά τη δημοσίευση της μελέτης, το επενδυτικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία, τριπλασιάστηκε. Την άνοιξη εκκρεμούσαν 35 αιτήματα σύνδεσης στο ηλεκτρικό δίκτυο, το 65% εξ αυτών στην Αττική, η οποία, μαζί με την Κρήτη και την Πελοπόννησο, συγκαταλέγεται στις περιοχές με την υψηλότερη επενδυτική ελκυστικότητα, όμως συγκριτικά με τον χαμηλότερο διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο.
Εξαντλούν τα data centers τις δυνατότητες του δικτύου; «Στην Αττική το πρόβλημα είναι ήδη ορατό. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, έχουν ήδη εξασφαλίσει όρους σύνδεσης πάνω από 500 MW. Αντιθέτως, το περιθώριο για νέα φορτία έως το 2034 εκτιμάται γύρω στα 180 MW. Δεν θα έλεγα ότι κινδυνεύει η ασφάλεια τροφοδοσίας, γιατί ο Διαχειριστής δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο. Εξαντλείται, όμως, το περιθώριο για νέες συνδέσεις, αν δεν γίνουν επενδύσεις σε υποσταθμούς και γραμμές υψηλής τάσης», επισημαίνει στην «Κ» ο Παντελής Μπίσκας, καθηγητής στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών του ΑΠΘ.
Τα κριτήρια
«Η δυνατότητα σύνδεσης είναι πεπερασμένη και πρέπει να κατευθύνεται εκεί όπου αποδίδει τα περισσότερα στην κοινωνία και στην οικονομία, δηλαδή σε επενδύσεις με θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα», εξηγεί στην «Κ» η Βασιλική Πουλά, editorial director στην εταιρεία ερευνών 1830 Lab, νομικός και υποψήφια διδάκτωρ σε θέματα υποδομών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσα data centers χωρούν στο δίκτυο, αλλά και αν αξίζει το τμήμα του δικτύου που δεσμεύουν, δηλαδή αν επιστρέφουν αρκετά σε σχέση με μια άλλη επένδυση που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ίδια ισχύ».
Τα αιτήματα σύνδεσης στον ΑΔΜΗΕ εξετάζονται με βάση τη χρονολογική σειρά με την οποία υποβλήθηκαν και όχι τον βαθμό ωριμότητας κάθε έργου. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο να δεσμευθεί μέρος του ηλεκτρικού χώρου εις βάρος άλλων επιχειρήσεων και τοπικών αναγκών. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, νέες ρυθμίσεις που επεξεργάζεται το ΥΠΕΝ ορίζουν αυστηρά κριτήρια για τη φερεγγυότητα του υποψήφιου επενδυτή και την πρόοδο κάθε έργου ξεχωριστά. Τα φίλτρα θα είναι οι υψηλές εγγυητικές επιστολές από τον επενδυτή, οι εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων και τα μισθωτήρια συμβόλαια για την έκταση που θα χρησιμοποιηθεί. «Αυτό που λείπει είναι μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να συνδέει τέσσερις διαστάσεις: το ηλεκτρικό δίκτυο, την επάρκεια παραγωγής, την αγορά και τις τιμές, και τους φυσικούς πόρους, δηλαδή το νερό και τη γη. Ο χρόνος πιέζει, διότι οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων υλοποιούνται σε δύο με τρία χρόνια, ενώ τα έργα δικτύου χρειάζονται πέντε έως οκτώ», αναφέρει ο καθηγητής Μπίσκας.
Η κατανάλωση νερού θεωρείται μικρή συγκριτικά με τις ανάγκες της γεωργίας. Τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτουν από μελέτες που έχουν καταθέσει οι ίδιες οι εταιρείες, περιγράφοντας ότι θα εγκαταστήσουν κλειστά κυκλώματα ψύξης και επανάχρησης του νερού. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τη σωρευτική αποτίμηση των αναγκών σε νερό πολλών data centers στην ίδια περιοχή. Την περασμένη Δευτέρα, η Κομισιόν πρότεινε τα data centers να αξιολογούνται με βάση την κατανάλωση ενέργειας και νερού. «Ο τριπλασιασμός της δυναμικότητας των data centers δεν μπορεί να σημαίνει τριπλασιασμό της πίεσης στα δίκτυά μας, στους υδάτινους πόρους και στους λογαριασμούς ενέργειας», δήλωσε η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Καθαρή Μετάβαση Τερέζα Ριμπέρα.
Η επίπτωση στις τιμές
Τα data centers στην Ελλάδα θα κάνουν το ρεύμα ακριβότερο; «Η επίδραση υφίσταται και δεν είναι αμελητέα. Τα περίπου 550 MW που έχουν ήδη εξασφαλίσει σύνδεση θα καταναλώνουν ετησίως ενέργεια της τάξης του 7%-8% της εγχώριας ζήτησης. Η επίδραση στις τιμές, όμως, δεν έχει παντού την ίδια κατεύθυνση, αλλά εξαρτάται από την ώρα της ημέρας και από τον τρόπο που θα καλυφθεί η νέα ζήτηση», υπογραμμίζει στην «Κ» ο κ. Μπίσκας.
«Το αποφασιστικό ερώτημα είναι πώς θα καλυφθεί η νέα κατανάλωση. Αν καλυφθεί από νέα, πρόσθετη παραγωγή ΑΠΕ με αποθήκευση, μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων αγοραπωλησίας (PPA), η επίπτωση για τον τελικό καταναλωτή μπορεί να είναι ουδέτερη ή και θετική. Αν, αντιθέτως, τα κέντρα δεδομένων απλώς αγοράζουν από την υφιστάμενη αγορά, τότε θα ανταγωνίζονται τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία για την ίδια ενέργεια και οι τιμές θα αυξηθούν λόγω της επιπλέον ζήτησης», σημειώνει ο ίδιος.
Πηγές του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, μιλώντας στην «Κ», αναγνωρίζουν ότι οι υποδομές και τα δίκτυα χρειάζονται αναβάθμιση, αναλογικά όμως με την πραγματική αγορά των data centers και όχι με βάση το θεωρητικό ενδιαφέρον για επενδύσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, λένε οι ίδιες πηγές, κινείται το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τα κριτήρια που θα εξετάζουν τη φερεγγυότητα των επενδυτών. «Ζητούμενο είναι να αποφύγουμε αυτό που συνέβη με τα φωτοβολταϊκά», όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Τέλος, πηγές του υπουργείου επισημαίνουν ότι κρίσιμο στοιχείο και στα data centers είναι η αποκέντρωση προς περιοχές χωρίς μεικτές χρήσεις και με μεγαλύτερο διαθέσιμο ηλεκτρικό χώρο. «Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις της ΔΕΗ και της Amazon στην Κοζάνη».
Στις ΗΠΑ, η ιστορία δεν είναι καινούργια. Η κ. Πουλά του 1830 Lab σημειώνει ότι το 40% των πολιτών δηλώνει πως αντιτίθεται στην κατασκευή ενός data center κοντά στο σπίτι του. Η παραπάνω στάση δεν δηλώνει εκ προοιμίου αντίθεση απέναντι στα data centers – είναι κυρίως το ενεργειακό ζήτημα που προκαλεί επιφυλάξεις. «Το χαμηλό ποσοστό αποδοχής επηρεάζει την έκβαση μιας επένδυσης: Πάλι με βάση στοιχεία από τις ΗΠΑ, περίπου το 40% των data centers που αντιμετωπίζουν παρατεταμένη τοπική εναντίωση τελικά ακυρώνεται».
Καθημερινή – kathimerini.,gr













































