Ορισμένα μουσικά έργα επιστρέφουν τόσο επίμονα στη ζωή μιας κοινότητας, ώστε κάποια στιγμή παύουν να αποτελούν απλώς μουσικές επιλογές. Συνδέονται με τόπους, εποχές, πρόσωπα, τελετουργίες και συλλογικές εμπειρίες και μετατρέπονται σταδιακά σε τόπους συλλογικής μνήμης. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το παραδοσιακό «Έντεκα» της Κοζάνης. Δεν αποτελεί απλώς ένα αναγνωρίσιμο τοπικό μουσικό σύμβολο ούτε ένα μουσικό κατάλοιπο που διατηρείται από σεβασμό προς την παράδοση. Οι άνθρωποι το περιμένουν, το αναζητούν και ζητούν να το ακούσουν στις Απόκριες, αλλά και σε άλλες γιορτές και δημόσιες εκδηλώσεις, ακριβώς επειδή η παρουσία του σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια μουσική επιλογή. Η έναρξή του αρκεί συχνά για να μεταβάλει τη σχέση των ανθρώπων με τον χώρο και τη στιγμή. Κάτι γνώριμο επιστρέφει και, μαζί του, ενεργοποιείται ένας ολόκληρος κόσμος κοινών αναφορών. Η κοινότητα αναγνωρίζει μέσα στον ήχο κάτι από τον ίδιο της τον εαυτό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Η επανεμφάνισή τους κάθε χρόνο δεν βιώνεται κατ’ ανάγκην ως κουραστική επανάληψη. Αποτελεί μέρος της ίδιας της γιορτής. Ένα γνώριμο τραγούδι μπορεί να επαναφέρει ένα σπίτι, μια μυρωδιά, ένα πρόσωπο, ένα παιδικό βίωμα, μια απουσία, μια προσδοκία. Δεν ακούμε, λοιπόν, μόνο κάτι που θυμόμαστε. Μέσα από αυτό επιστρέφουμε σε έναν χρόνο που έχουμε ήδη κατοικήσει. Το ίδιο συμβαίνει, σε συλλογικό επίπεδο, με το «Έντεκα». Δεν ανακαλεί απλώς ένα ιστορικό παρελθόν της Κοζάνης. Κάθε φορά που ακούγεται, διαφορετικές χρονικές στιγμές της πόλης μπορούν να συνυπάρξουν μέσα στο ίδιο παρόν. Παλιότερες Απόκριες, οικογενειακές ιστορίες, παρέες, δημόσιες γιορτές, δρόμοι και πλατείες, πρόσωπα που υπάρχουν ακόμη και πρόσωπα που απουσιάζουν, προσωπικές και συλλογικές εμπειρίες συναντώνται για λίγο μέσα στον ίδιο ήχο. Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μνήμη και στην κατοίκηση της μνήμης. Θυμάμαι σημαίνει ότι ανακαλώ κάτι που δεν βρίσκεται πλέον μπροστά μου. Κατοικώ τη μνήμη σημαίνει ότι, έστω για λίγο, εισέρχομαι ξανά στον κόσμο που αυτή δημιουργεί. Η μουσική διαθέτει μια ιδιαίτερη δύναμη να προκαλεί αυτή τη μετάβαση, επειδή δεν αναπαριστά απλώς τον χρόνο. Εκτυλίσσεται η ίδια μέσα στον χρόνο. Και για να υπάρξει ξανά ως ζωντανό γεγονός, πρέπει να συμβεί ξανά. Γι’ αυτό και η επανάληψη ενός τέτοιου έργου δεν το εξαντλεί. Το ανανεώνει. Σε ένα μουσείο μπορούμε να επιστρέψουμε πολλές φορές μπροστά στο ίδιο αντικείμενο.
Στη μουσική, όμως, το «αντικείμενο» πρέπει κάθε φορά να ξαναγίνει γεγονός. Κάποιος πρέπει να παίξει, κάποιος να ακούσει, κάποιος να χορέψει, κάποιος να αναγνωρίσει. Η μνήμη δεν φυλάσσεται απλώς. Επιτελείται. Και ακριβώς εδώ η έννοια του άυλου μνημείου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ένα υλικό μνημείο καταλαμβάνει έναν τόπο. Ένα άυλο μουσικό μνημείο μπορεί να δημιουργεί τόπο. Όταν το «Έντεκα» ακούγεται σε έναν δρόμο ή σε μια πλατεία της Κοζάνης, ο χώρος δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό της εκτέλεσης. Ο ήχος τον φορτίζει με προηγούμενες παρουσίες και εμπειρίες. Η σημερινή γιορτή συναντά τις προηγούμενες γιορτές. Το προσωπικό βίωμα συναντά τη συλλογική μνήμη. Και ο φυσικός χώρος μετατρέπεται, έστω προσωρινά, σε πολιτισμικό τόπο. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Η μνήμη αυτή δεν είναι αποκλειστικά νοητική. Είναι και σωματική. Το σώμα αναγνωρίζει έναν ρυθμό πριν ακόμη προλάβουμε να τον αναλύσουμε. Ένα βήμα, μια κίνηση, ένας χορός, μια αυθόρμητη συμμετοχή μπορούν να μεταφέρουν πολιτισμική γνώση χωρίς αυτή να έχει προηγουμένως διατυπωθεί με λόγια. Στην περίπτωση μιας ζωντανής μουσικής παράδοσης, η κοινότητα δεν θυμάται μόνο με τη σκέψη της. Θυμάται με τη φωνή, με την κίνηση, με τον χορό, με τη συνεύρεση, με το ίδιο το σώμα. Έτσι μπορούμε ίσως να κατανοήσουμε διαφορετικά και την έννοια της παράδοσης.
Παράδοση δεν είναι μόνο ό,τι παραλαμβάνουμε από το παρελθόν και οφείλουμε να διαφυλάξουμε. Είναι αυτό που εξακολουθούμε να κάνουμε παρόν. Αυτό εξηγεί και γιατί ορισμένα έργα αποκτούν μια θέση που δεν μπορεί εύκολα να υποκατασταθεί από κάποιο άλλο, ακόμη και αν εκείνο είναι μουσικά εξίσου ενδιαφέρον ή αισθητικά συνθετότερο. Η αξία τους δεν βρίσκεται αποκλειστικά στις νότες τους. Βρίσκεται στο πλέγμα των σχέσεων που έχει δημιουργηθεί γύρω τους μέσα στον χρόνο. Η κοινότητα έχει επενδύσει επάνω τους μνήμη, εμπειρία, προσδοκία και αναγνώριση. Το μνημείο, εδώ, δεν βρίσκεται μόνο μέσα στο μουσικό έργο. Βρίσκεται στη σχέση που μια κοινότητα εξακολουθεί να συνάπτει μαζί του. Γι’ αυτό και η επίμονη επιθυμία να ακουστεί ξανά το ίδιο έργο δεν πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται ως συντηρητισμός ή ως αδυναμία ανανέωσης του ρεπερτορίου. Μπορεί να αποτελεί μια βαθύτερη ανάγκη τελετουργικής επαναφοράς. Ορισμένα έργα δεν ζητούνται επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να ακούσουν κάτι καινούργιο. Ζητούνται επειδή, χωρίς αυτά, αισθάνονται ότι κάτι από το ίδιο το γεγονός λείπει. Όπως τα κάλαντα μπορούν να σηματοδοτούν ότι «ήρθαν τα Χριστούγεννα», έτσι και ορισμένοι ήχοι μπορούν να σηματοδοτούν ότι μια κοινότητα βρίσκεται ξανά μέσα στον δικό της ιδιαίτερο χρόνο.
Υπό αυτή την έννοια, το «Έντεκα» δεν είναι απλώς ένα μουσικό έργο που ανήκει στην Κοζάνη. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η Κοζάνη γίνεται Κοζάνη. Ορισμένα μουσικά έργα λειτουργούν, επομένως, ως άυλα μνημεία όχι επειδή κάποιος τα ανακήρυξε ως τέτοια, αλλά επειδή μια κοινότητα τα έχει ενσωματώσει στον τρόπο με τον οποίο θυμάται, γιορτάζει, συναντιέται και αναγνωρίζει τον εαυτό της. Δεν διατηρούνται μόνο επειδή καταγράφονται σε μια παρτιτούρα, σε μια ηχογράφηση ή σε ένα αρχείο. Διατηρούνται επειδή εξακολουθούν να εκτελούνται, να ακούγονται, να χορεύονται και να βιώνονται. Δεν υπάρχουν απλώς ως μουσικά αντικείμενα. Υπάρχουν ως γεγονότα. Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις βαθύτερες λειτουργίες της μουσικής μέσα στη συλλογική ζωή: μπορεί να μετατρέπει τον χρόνο σε τόπο και τη μνήμη σε παρουσία. Το «Έντεκα» της Κοζάνης είναι ένας τέτοιος τόπος. Κάθε φορά που ακούγεται, η πόλη δεν θυμάται απλώς το παρελθόν της. Το ξανακατοικεί!












































Εξαίρετος μαέστρος και άνθρωπος, βιωματικός και ιδιαίτερα παραστατικός. Πράος και δημιουργικός και πολλά άλλα που να πούμε για αυτόν. Ένας άνθρωπος που δεν κατάγεται απο τον τόπο μας άλλα προσπαθεί να τον ανακαλύψει και να τον αναδείξει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Μπράβο μαέστρο, τιμή στην Πανδώρα μας που σε έχει στο τιμόνι κι εσύ να την προσέχεις σαν κόρη οφθαλμού.
Από πότε είναι το “Έντεκα” ο ύμνος της Κοζάνης; Μην τρελαθουμε! Όλοι γνωρίζουν ότι είναι ο ύμνος της Σιάτιστας! Όπως ξαφνικά βαφτίσαμε τον Κασομούλη Κοζανίτη…. Έχει την δική της ιστορία η Κοζάνη. Δεν χρειάζεται να οικειοποιείται την ιστορία άλλων πόλεων.
Ούρδα η Σιάτιστα χτίστηκε έναν αιώνα μετά την Κοζάνη!
Και τι θες να μας πεις ουρδα ανάλατη μ’ αυτό; Είναι αυτό επιχείρημα; Ότι η Κοζάνη είναι παλαιότερη; Έχεις στοιχεία; Επιχειρήματα; Ουρδα!
Το να είμαστε Σούρδοι είναι μια χαρά· το να βαφτίζουμε όμως ό,τι αγαπήσαμε ως «ανέκαθεν κοζανίτικο» είναι άλλο πράγμα.
Η ιστορία της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς δεν γράφεται με τοπικό φρόνημα ούτε με το ποια πόλη χτίστηκε πρώτη, αλλά με πηγές και λαογραφικές καταγραφές. Και αυτές συνδέουν τον συγκεκριμένο σκοπό παλαιότερα με τη Σιάτιστα ως Αγιοβασιλιάτικο/Σιατιστινό.
Άλλο η παράδοση που υιοθετούμε κι άλλο η παράδοση που εφευρίσκουμε.
Αν το επιχείρημα είναι ότι «η Κοζάνη είναι παλιότερη», τότε τον Αγιοβασιλιάτικο να τον δώσουμε στην Αιανή ή στα Σέρβια, που είναι πολύ παλαιότεροι οικισμοί, και να τελειώνουμε.
Αυτή ακριβώς η υπεροψία του Σούρδου όλα αυτά τα χρόνια τον έκαψε: η αντίληψη ότι επειδή η Κοζάνη έγινε διοικητικό και ενεργειακό κέντρο, όλα στη Δυτική Μακεδονία ξεκινούν και τελειώνουν εκεί. Δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα γίνει ποτέ «μητροπολιτική πόλη» ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας επειδή το αποφάσισε μόνη της.
Και τώρα που τελείωσε η ΔΕΗ, θα φανεί τι μένει πίσω από αυτή την υπεροψία. Λέτε ότι η Σιάτιστα ήρθε μετά; Προσέξτε μόνο μη γυρίσει η Κοζάνη στον 15ο αιώνα — αν και, από ορισμένες νοοτροπίες, δεν έφυγε και ποτέ.
Κατ’ αρχάς, ευχαριστώ το kozan.gr για τη φιλοξενία του κειμένου και για τη δυνατότητα έκφρασης και γόνιμου διαλόγου που μας προσφέρει.
Αν το «Έντεκα» λειτουργεί ως ύμνος για τους Κοζανίτες, τι ακριβώς αφαιρεί αυτό από τη Σιάτιστα (τόπος καταγωγής του παππού μου);
Η αγάπη μιας κοινότητας για έναν σκοπό, δεν συνιστά οικειοποίηση της ιστορίας μιας άλλης!
Η ιστορική προέλευση μιας μουσικής είναι ζήτημα έρευνας και τεκμηρίωσης.
Η θέση της στη ζωή μιας κοινότητας είναι ζήτημα βιώματος.
Το κείμενο μιλά για αυτή τη δεύτερη σχέση, για όσα οι άνθρωποι αναγνωρίζουν, θυμούνται και ξαναζούν μέσα στον ήχο.
Το θέμα του είναι η θέση του «Έντεκα» στη βιωμένη μνήμη της πόλης, στις γιορτές, στον χορό και στις κοινές εμπειρίες των ανθρώπων της.
Δεν εξετάζεται η ιστορική προέλευσή του.
Το «ανήκει στην Κοζάνη» σημαίνει: «αποτελεί μέρος της ζωής της».
Η ανάγνωσή του ως δήλωσης αποκλειστικής ιδιοκτησίας παραβλέπει το περιεχόμενο του κειμένου!
Η σχέση αυτή δεν ακυρώνει τη σχέση της Σιάτιστας με το ίδιο μουσικό κομμάτι ούτε διεκδικεί την ιστορία της.
Οι τόποι μπορούν να μοιράζονται μουσικές χωρίς να αφαιρεί ο ένας την ιστορία του άλλου.
Ένας σκοπός μπορεί να γίνει τόπος μνήμης για περισσότερες από μία κοινότητες.
Ο πολιτισμός ταξιδεύει, συνδέει και δημιουργεί κοινές εμπειρίες.
Δεν χρειάζεται κάθε τέτοια συνάντηση να μετατρέπεται σε διαμάχη κυριότητας.
Ο πολιτισμός δεν μοιράζεται με συνοριακές γραμμές και η αγάπη για τον τόπο μας δεν μας δίνει αποκλειστικά δικαιώματα στη συγκίνηση.
Χαίρομαι που στην απάντησή σας κάνετε πλέον τη βασική διάκριση: άλλο η ιστορική προέλευση ενός σκοπού και άλλο η θέση που αυτός απέκτησε στη βιωμένη μνήμη μιας κοινότητας.
Μόνο που αυτή ακριβώς η διάκριση απουσιάζει από το αρχικό άρθρο. Εκεί διαβάζουμε «το παραδοσιακό Έντεκα της Κοζάνης», «ιστορικό παρελθόν της Κοζάνης», «μουσικό έργο που ανήκει στην Κοζάνη» και ξανά «το Έντεκα της Κοζάνης», χωρίς ούτε μία αναφορά στην προϋπάρχουσα ιστορική του διαδρομή.
Τώρα διευκρινίζετε ότι το «ανήκει» σημαίνει απλώς «αποτελεί μέρος της ζωής της» και ότι δεν εξετάζατε καθόλου την προέλευσή του. Θεμιτή διευκρίνιση — αλλά είναι διευκρίνιση που προέκυψε μετά τις αντιδράσεις και όχι κάτι που ήταν σαφές στο αρχικό κείμενο.
Και επειδή ακριβώς μιλάμε για άυλη πολιτιστική κληρονομιά και συλλογική μνήμη, η ιστορική ακρίβεια δεν είναι υποσημείωση. Είναι μέρος της ίδιας της μνήμης που υποτίθεται ότι θέλουμε να διαφυλάξουμε.
Άλλο λοιπόν «η Κοζάνη το έκανε μέρος της ζωής της» — κάτι που κανείς δεν αμφισβητεί — και άλλο «το παραδοσιακό Έντεκα της Κοζάνης». Η δεύτερη διατύπωση χρειάζεται ιστορική τεκμηρίωση, όχι εκ των υστέρων ερμηνεία της λέξης «ανήκει».
Όταν μιλάμε για άυλη πολιτιστική κληρονομιά, η ιστορική ακρίβεια δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μέρος της ίδιας της κληρονομιάς.
Σας ευχαριστώ για την απάντηση και για τον ήπιο τόνο με τον οποίο συνεχίζετε τη συζήτηση.
Θα προσπαθήσω στο μέλλον να διατυπώνω με μεγαλύτερη ακρίβεια όσα αφορούν τη βιωμένη σχέση ενός τόπου με ένα έργο, ώστε να μην εκλαμβάνονται ως αμφισβήτηση της ιστορίας ή της μνήμης ενός άλλου τόπου.
Εύγε μαέστρο. Πολύ ωραίο άρθρο.