Από τις πιο όμορφες ιστορίες που άκουσα ήταν για έναν δράκο, έναν δράκο που ζούσε μόνος του και περιπλανιόταν σε βουνά και σπηλιές, σκίζοντας με τα νύχια του τα βράχια και καίγοντας με τις φλόγες τα πάντα στο πέρασμά του. Μια μέρα, μια μικρή νεράιδα ήρθε και κάθισε στη μύτη του, χωρίς φόβο, ξαφνιάζοντας τον δράκο. Με την απορία ζωγραφισμένη στα τεράστια μάτια του ο δράκος την ρώτησε:
– Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
– Όχι. είμαι πολύ μικρή για να χορτάσεις!!
– Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
– Όχι., όποτε θέλω εξαφανίζομαι!
– Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
Η νεράιδα στο άκουσμα αυτής της ερώτησης σάστισε, δεν την περίμενε, ωστόσο του απάντησε:
– Όχι γιατί όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο δράκος ένιωσε τότε την επιθυμία να την αγκαλιάσει, αλλά τα νύχια του κάρφωσαν την μικρή νεράιδα, έσκυψε να την φιλήσει αλλά η καυτή του ανάσα έκαψε τα φτερά της. Τότε ο δράκος άρχισε να κλαίει, αλλά τα δάκρυά του την έπνιγαν. Κι όμως το μόνο που επιθυμούσε ο δράκος ήταν να αγαπήσει την νεράιδα, να την κάνει χαρούμενη, να της δώσει απλόχερα τα αισθήματά του. Και η νεράιδα, αν και τελείως αδύναμη απέναντι στον δράκο, δεν φοβήθηκε, στάθηκε γενναία απέναντι του, έτοιμη να δεχτεί την αγάπη του, γιατί όπως του είπε, όλοι θέλουν να αγαπηθούν και να αγαπήσουν. Κι όμως, η επιθυμία και των δυο δεν ήταν αρκετή για να σταθεί αυτή η αγάπη. Γιατί όπως έλεγε και το παραμύθι, η μικρή νεράιδα ενώ πέθαινε στην αγκαλιά του δράκου του ψιθύρισε το μυστικό, ότι δεν φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις, πρέπει και να μπορείς.
Δήμητρα Ν. Παπανικολάου
Χημικός – Μηχανικός