Πάντα ήμουνα τρανή. Δεν υπάρχει περίοδος στη ζωή μου που να είμαι κάτι άλλο.
Κατ’ αρχάς τυγχάνω πρωτότοκη. Μόλις γεννήθηκε ο αδελφός μου αυτομάτως μου απονεμήθηκε ο συγκεκριμένος τίτλος. «Η Τρανή». Από τα δυόμιση. Όταν δε ένα χρόνο αργότερα ήρθε και η αδελφή μου, πήρα προαγωγή σε «Γκουτζιά Γουμάρα».
Οι ομοιοπαθείς καταλαβαίνουν.
– Μάααααα!!! Ου Λάζους μι πήριν του μικυμάαααααου!
– Σκάσι, μαρ, μισμιριάτκα! Ίσια μι του μκρο γένισι!
– Ααααα!!! Η Χιονία κάθιτι στου καρικλάκι μ! Σκώθκα να πάρου μια κιφτέδα κι ένα κι ένα στρώθκιν! Σήκωωωωωωωωωωω!
– Δεν αντρέπισι γκουτζιά γουμάρα! Ιδέ τώρα! Χίρσιν να κλαίει κι του μκρό! («Αααααα!» από το πίτσκαβο το καθισμένο στο σφετερισθέν έπιλπο- τάχατιά!)
Αμ τα χουσμέτια? Το τι σανίδια έχω τρίψει με τη βούρτσα δεν λέγεται!
– Σπαράξ μαρ τιμπέλου να βοηθήεις τ μάνα σ (παρέμβαση του συγγενικού περιβάλλοντος, θεία Σοφία, στην μύηση της μέλλουσας νοικοκυράς)
– Πάαααααλι ιγώ? Τ΄ Χιονία γιατί δεν τ΄ λέει κάνας?
– Ποια Χιουνία μαρ! Μαν έχει τς θκες τς πλάτις… (άλλη ατυχία!) Αυτό θα απουμείνει ουπάν στ΄ βούρτσα! ΙΣΥ ΕΙΣΙ ΤΡΑΝΗ!
Άσε τους αγώνες για κατακτήσεις προσωπικών ελευθεριών, που οι νεότερες απλώς απήλαυσαν αβρόχοις ποσί.
– Πάρι μαρ να σώεις του σιμέν, δικαπέντι χρουνού γουμάρα, κουντεύουμι να σ’ αραβουνιάσουμι… κι μια ιταμίνα κέντσις όλα τα χρόνια. Ούδι τ Διφτέρα θα σι γυρίσει πίσου η πιθιρά σ!
– Δεν έχου κλίση!
– Άμα σι φέξου μνιαν, θα σι πω ιγώ δεν έχου κλίση!
– Η Χιονία γιατί ΔΕΝ κιντάει?
– ΙΣΥ ΕΙΣΙ ΤΡΑΝΗ!
Και φυσικά όλη αυτή η αντιστασιακή δράση οδήγησε σε πλήρη απαλλαγή της νεότερης γενιάς από το υποχρεωτικό κέντημα! Υπήρξε μήπως κάποια αναγνώριση? Μπρέ!
Χώρια ο σεξισμός!
– Σήκου να μι βουηθήεις ψίχα να σιντουνιάσου του πάπλουμα.
– Πάλι ιγώ? Δεν γλέπς απού διαβάζου? (Απελπισμένη ματιά στο επόμενο διαθέσιμο παιδί, το οποίο εκείνη την ώρα ήταν απορροφημένο σε πολεμικές επιχειρήσεις με τα στρατιωτάκια από το Κλιν). Πε του Λάζου!
– ΣΙΟΥΡΤΣΙΣ ΝΤΙΠ ΓΙΑ ΝΤΙΠ?
Και πού να υπολογίσω και το τι χαλάζια έχω φάει κι εγώ κι όλοι οι συνάδελφοι πρωτότοκοι για να σταματήσει το εν λόγω φαινόμενο. Ήρωες!
Μ’ αυτά και με κείνα, με χαλάζια στο λαιμό και βούρτσες στα χέρια, μεγάλωσα σιγά-σιγά κι έγινα μάνα. Κυρίως με την ελπίδα να αλλάξω τίτλο.
Πώς κι δεν!!!
Επικοινωνία μεταξύ των γιων μου: «Σι πήριν τηλέφουνου η Τρανή? Θα ρθουν του Σαββάτου απού έχει γινέθλια ου Χρηστάκης»
Ποια «Τρανή» παιδιά? Πάλι? Φέρτα πίσου να τ’ αρμέξουμι? Ένα σωρό προσφωνήσεις διαθέτει η Ελληνική γλώσσα γι’ αυτή την ιδιότητα: μητέρα, μάνα, μαμά, μα, μάκα…. Χώρια τα υποκοριστικά! Αιωνίως Τρανή?
Κι ύστερα ήρθε ο covid. Και οι καραντίνες. Και ο Τσιόδρας.
Και κυρίως ο Χαρδαλιάς: «Οι Τρανοί σπίτς!!!»
Εμπίπτω?
Πώς το είδε δηλαδή η μοίρα μου?
Εγώ πότε θα γίνω μκρή?