Μετά τους περσικούς πολέμους, με το όραμα του Αριστοτέλη για μια παγκόσμια ειρήνη, μέσα από την επικράτηση του Ελληνικού πολιτισμού, ο Μέγας Αλέξανδρος ερμηνεύοντας και κυρίως υλοποιώντας, με το δικό του τρόπο, το όραμα του δασκάλου του, έφτασε την Ελληνική γλώσσα μέχρι την Ινδία, τη Β. Αφρική και σ’ όλη τη Βαλκανική, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη, μέχρι τότε, «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ».

Στα Ελληνιστικά χρόνια που ακολούθησαν, ο Ελληνικός πολιτισμός επικράτησε στον τότε γνωστό κόσμο και διαδόθηκε μέσα από την ελληνική γλώσσα στη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ακόμα και στην Οθωμανική, στον εμπορικό και διπλωματικό κυρίως τομέα.

Η σλάβικη κάθοδος και η γλώσσα των γειτόνων μας της ΠΓΔΜ, μετά το 590 μ.χ., που επικράτησαν για κάποιο διάστημα σε κάποιο τμήμα της Βαλκανικής, δεν έγιναν ποτέ κυρίαρχα στοιχεία στην περιοχή μας, παρότι συνυπήρξαν και συνυπάρχουν με την Ελληνική γλώσσα. Και βέβαια δεν έχουν καμιά ιστορική σχέση και συνέχεια με τη Μακεδονική-Ελληνιστική περίοδο του Φιλίππου, Μ. Αλεξάνδρου και των επιγόνων τους.

Αυτό είναι ξεκάθαρα καταγραμμένο στην παγκόσμια ιστορία και όχι μόνο την Ελληνική. Η οποιαδήποτε σκόπιμη ή λαθεμένη παραχάραξη από οποιονδήποτε, προσκρούει είτε στις πηγές αρχαίων κειμένων, όπως του Αριανού κά., είτε στα κείμενα σύγχρονων ιστορικών, όπως του Γερμανού Ντρόιζεν κ.ά.

Επομένως δεν μπορεί να αναιρεθεί το γεγονός ότι τα Ελληνικά γράμματα, οι τέχνες και οι επιστήμες της Κλασσικής και Ελληνιστικής περιόδου, που σημάδεψαν και επηρεάζουν τον παγκόσμιο πολιτισμό, διαδόθηκαν κυρίως μετά την επικράτηση της Μακεδονικής κυριαρχίας.

Με τη παραπάνω σκέψη, η έννοια Μακεδονία είναι πλανητική και δε χωρά στα στενά όρια που την προσδιορίζουν, είτε κάποιοι ανιστόρητα ακραίοι και επιζήμιοι κύκλοι της πολυσύνθετης εθνολογικά γείτονος χώρας της ΠΓΔΜ, είτε κάποιοι εξίσου επιζήμιοι πατριδοκάπηλοι εθνικιστές (πχ χρυσαυγίτες), ή κάποιοι επιπόλαιοι «ιστορικοί ερμηνευτές» και «πολιτικοί αναλυτές».

Στη σύγχρονη ιστορία μας, παρά τις προσπάθειες που έγιναν μετά το 1990, δεν τολμήθηκε από την πολιτική ηγεσία της χώρας μας να δοθεί λύση στην ονοματολογία της ΠΓΔΜ, με όρους αμοιβαία αποδεκτούς, χωρίς αλυτρωτισμούς και για όλες τις χρήσεις.

Η πρώτη ευκαιρία χάθηκε στη Λισσαβόνα την περίοδο 1992-93 όταν στην ηγεσία της γείτονος ήταν ο μετριοπαθής Κ. Γκλιγκόροφ, που δεχόταν να φύγουν τα αλυτρωτικά ζητήματα και εμβλήματα από το Σύνταγμα και τα βιβλία τους. Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος Κ. Μητσοτάκης, ενώ δέχονταν τη σύνθετη ονομασία και με τη λέξη Μακεδονία, δεν τόλμησε να ολοκληρώσει τη συμφωνία, επειδή απειλήθηκε από μικρή ομάδα Βουλευτών της Ν.Δ., ενώ είχε την υποστήριξη ολόκληρης της Αριστεράς και μεγάλης ομάδας Βουλευτών του ΠΑΣΟΚ υπό τον Κ. Σημίτη και συνολικά είχε κοινοβουλευτική πλειοψηφία άνω των 200 βουλευτών.

Αμέσως μετά ακολούθησε το ανιστόρητο εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου και δεν συνεχίστηκε η διαδικασία συνεννόησης.

Η δεύτερη ευκαιρία χάθηκε το 2007-08 στο Βουκουρέστι, επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή με υπουργό Εξωτερικών τη Ντ. Μπακογιάννη, που συμφωνούσαν με τη σύνθετη ονομασία, συμπεριλαμβανομένου του όρου Μακεδονία, προσέκρουσαν όμως στην αδιαλλαξία του ακραίου εθνικιστή Γκρουέφσκι. Ας μην κάνουν λοιπόν σήμερα αντιπολιτευτικό τζόγο τουλάχιστον ο Κυριάκος και η Ντόρα.

Ποιο ήταν λοιπόν το όφελος και των δυο γειτονικών λαών στα 25 χρόνια νέας καθυστέρησης λόγω αλληλοαμφισβήτησης, μετά την κατάρρευση το 1990 του επί 45 χρόνια ψυχροπολεμικού δόγματος του «από βορρά κινδύνου»;

-Η χώρα μας έχασε την άμεση και χωρίς προσκόμματα χερσαία επικοινωνία με τη Σερβία και την Ευρώπη.

-Έχασε το οικονομικό και κοινωνικοπολιτικό «πλεονέκτημα» που είχε απέναντι σε ένα μικρό κρατίδιο μετά την κατάρρευσή του το 1990 το οποίο είχε ανάγκη άμεσης οικονομικής στήριξης και ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα.

-Κυρίως όμως έχασε την ευκαιρία να οικοδομήσει εκ νέου συνθήκες και κλίμα φιλίας, ώστε να μεταδώσει και ανανεώσει τον πολιτισμό της σε ένα λαό με τον οποίο, από την Οθωμανική περίοδο μέχρι το 1945, είχε άριστες σχέσεις σε ήθη, έθιμα, νοοτροπία, θρησκεία, γλώσσα και πολιτισμό.

Την ίδια ευκαιρία χάσαμε και με τη γείτονά μας χώρα Αλβανία, με την οποία είχαμε την ίδια περίπου ιστορική σχέση και πορεία όπως και με τη ΠΓΔΜ.

Με ισότιμες σχέσεις μπορούσαν οι δύο μικρές γειτονικές χώρες, με τη βοήθειά μας, να αποτελέσουν δύο σταθερούς φίλους και συμμάχους της Ελλάδας, χωρίς αντιπαλότητες και πολέμους και η διαδικασία αυτή να αποτελέσει το ξεκίνημα για μια ενιαία Βαλκανική, όπως οραματίστηκε ο Ρήγας Φεραίος.

Η Κοζάνη, το Μοναστήρι και η Κορυτσά μπορούσαν να είναι και μπορούν να γίνουν, οι πρώτες γέφυρες επικοινωνίας και ολοκληρωμένων καθημερινών σχέσεων ανάμεσα στις τρεις γειτονικές χώρες και κατ’ επέκταση στην υπόλοιπη Βαλκανική.

Κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης την περίοδο 1994-2002 με την ίδρυση και λειτουργία του Κέντρου Διαβαλκανικής Συνεργασίας ανάμεσα σε Κοζάνη, Μοναστήρι, Κορυτσά.

Δυστυχώς δεν είχε την ανάλογη συνέχεια και λόγω της διαφορετικής προσέγγισης των μετέπειτα τοπικών παραγόντων, κυρίως όμως λόγω της καθυστερημένης και άτολμης μέχρι πρότινος, εξωτερικής πολιτικής.

Όποιες σχέσεις, οικονομικού ή πολιτισμικού χαρακτήρα αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια με τις γειτονικές χώρες, έγιναν με την πρωτοβουλία των ίδιων των πολιτών, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο από τις κυβερνήσεις.

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τα λίγα που μας χωρίζουν, γιατί έχουμε πολλά που μας ενώνουν και πολλά περισσότερα να κερδίσουμε.

Έτσι θα γνωριστούμε καλύτερα και ίσως μάθουμε την ιστορία μας σαν άνθρωποι και σαν λαοί, χωρίς διεθνείς μεσάζοντες.

Χωρίς φανατισμούς και ακρότητες, πρώτα εμείς που ζούμε στη Μακεδονία και έχουμε άμεσο συμφέρον, να απαιτήσουμε από τους φορείς που μας εκπροσωπούν (Περιφέρεια Δ.Μ. και Δήμους) και την κυβέρνηση, να δοθεί λύση άμεσα στα ζητήματα που μας χωρίζουν, όπως η ονομασία.

Να προχωρήσουμε λοιπόν στην ουσία, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που η περιοχή μας χρειάζεται σταθερότητα και ειρήνη, μια και βρισκόμαστε πολύ κοντά στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή και γνωρίζουμε ήδη τις συνέπειες με το προσφυγικό πρόβλημα.

ΚΟΖΑΝΗ ΓΕΝΑΡΗΣ 2018