«Κοίταγες από εδώ έβλεπες αίμα ελληνικό, κοίταγες από εκεί μύριζες αίμα ελληνικό. Τι φρίκη!». Καιρού επιτρέποντος νεολαίοι του ΣΥΡΙΖΑ σχεδίαζαν να ανηφορίσουν στον «Χάρο» εγκαινιάζοντας το «εναλλακτικό κάμπινγκ στην ιστορικά φορτισμένη περιοχή του Γράμμου», η αναγγελία του οποίου προκάλεσε μπαράζ αντιδράσεων και δηλητηριώδη σκωπτικά σχόλια εντός και εκτός Αριστεράς.

Ο Χάρος είναι μια εμβληματική τοποθεσία στο «βουνό του μίσους», όπου γράφτηκε ίσως η πιο αιματηρή σελίδα του Εμφυλίου. Και μόνο η θέα της χαράδρας προκαλεί δέος, πόσο μάλλον όταν στο χείλος της, σημειώθηκαν μερικές από τις πιο άγριες μάχες, ανάμεσα στους υπερασπιστές της, μαχητές του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» και του «Εθνικού Στρατού». Οι νεολαίοι του ΣΥΡΙΖΑ, που κατηγορήθηκαν από το ΚΚΕ –το οποίο επιμένει να μονοπωλεί τον «ηρωικό αγώνα του ΔΣΕ»– για «τουρισμό με σανδάλια», σε «ιερούς τόπους», θα έχουν την ευκαιρία να ξεναγηθούν και να ακούσουν από κάποιους από τους εν ζωή πολεμιστές του Γράμμου ιστορίες, που φυσικά θα εξυμνούν τη γενναιότητα των μαχητών της «δικής τους» πλευράς.

< Δεν γνωρίζω εάν οι αφηγητές έλαβαν μέρος στο μακελειό του Χάρου για να καταθέσουν προσωπικές μαρτυρίες. Η Κωνσταντινιά Καρυοφύλη, πάντως, μια αντάρτισσα που πολέμησε στο χαράκωμα του Χάρου «βουτηγμένη στη λάσπη από το αίμα των σκοτωμένων και το χώμα από τις βόμβες που έριχναν τα αεροπλάνα», δεν θα είναι εκεί για να ακούσουν το δικό της «μοιρολόι του Γράμμου». Εφυγε από τη ζωή το καλοκαίρι του 2016, αφού πρόλαβε να επισκεφθεί τον τόπο όπου, όπως μου είπε, «άφησα τα νιάτα μου» και «γνώρισα την προδοσία» – τον Χάρο δηλαδή. Τη γνώρισα στη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως επαναπατρισθείσα πολιτική πρόσφυγα. Εργαζόταν ως θυρωρός σε πολυκατοικία ευκατάστατου συντρόφου της στην (ανανεωτική) Αριστερά και μου αφηγήθηκε μέσες άκρες τη συναρπαστική διαδρομή της από 17χρονη κοπέλα που αναγκάστηκε να ανέβει στο «βουνό» όταν στο χωριό της, το Πεντάβρυσο Καστοριάς, την κούρεψαν γουλί «οι Μπουραντάδες», έως τις λυσσώδεις μάχες στον Χάρο το ’48 και τις μετέπειτα περιπέτειες στις «λαϊκές δημοκρατίες», με αποκορύφωμα τον δεύτερο εμφύλιο, εσωκομματικός αυτός, και τις αιματηρές συγκρούσεις της Τασκένδης. Μου είχε προκαλέσει εντύπωση το μίσος αυτής της ατρόμητης πολεμίστριας, εναντίον της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΔΣΕ. Πολιτικά ΠΑΣΟΚ έως το μεδούλι, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για τους εμπνευστές και τους καθοδηγητές του ένοπλου αντάρτικου. «Ηταν μια προδομένη ιστορία. Μας έσυραν στο βουνό, ο Ζαχαριάδης, ο Βλαντάς, ο Μπαρτζώτας. Ηταν η Γιάλτα. Τόσο αίμα, τόσος πόνος. Γιατί έγιναν όλα αυτά;». Μου τηλεφώνησε τον Αύγουστο του 2009, σοβαρά άρρωστη και με ρώτησε αν μπορούσα να την πάω στον Γράμμο, για «να πατήσω για τελευταία φορά προτού πεθάνω τον τόπο που πολέμησα». Δέχθηκα μετά χαράς – πώς θα μπορούσα να αρνηθώ; Αύγουστος του 1949: ο Εμφύλιος είχε σχεδόν κριθεί από τις  αρχές του καλοκαιριού και οι δυνάμεις του Ζαχαριάδη συμπτύσσονταν για να υποχωρήσουν στην Αλβανία και να αποφύγουν τον εγκλωβισμό και την πλήρη συντριβή. Ενα από τα περάσματα που έπρεπε να κρατηθούν πάση θυσία για να υποχωρήσουν τα υπολείμματα του ΔΣΕ με ασφάλεια ήταν και ο αυχένας του Χάρου. Εκεί η ηγεσία των ανταρτών ανέπτυξε μια διμοιρία επίλεκτων, με επικεφαλής την Καρυοφύλλη και την εντολή «ούτε βήμα πίσω». Ενα πρωί σκαρφαλώσαμε από το Νεστόριο στην Κοτύλη και από εκεί προωθηθήκαμε σε υψόμετρο 1.700 μ. όπου χάσκει ο Χάρος. Η ομίχλη είχε αρχίσει να πυκνώνει πάνω από τη χαράδρα όταν φτάσαμε στην κορυφή. Στάθηκε αγέρωχη και αμίλητη στο χείλος του γκρεμού ανακαλώντας στη μνήμη τις εικόνες  φρίκης που βίωσε στο χαράκωμα. «Ερχονταν κατά κύματα οι στρατιώτες και τους θερίζαμε σαν στάχυα. Οι βόμβες των αεροπλάνων κομμάτιαζαν δίπλα μου τους δικούς μας και μας έστελναν και άλλους να τους αντικαταστήσουν. Κάπου κάπου με τηλεβόες συνεννοούμασταν με τον “εχθρό” για να μαζέψουμε τους νεκρούς μας. Το χαράκωμα ήταν πνιγμένο στη λάσπη από “αίμα και χώματα”, τα μαλλιά μου κολλημένα. Ηταν μια αλληλοσφαγή γενναίων παλικαριών. Ελληνες εναντίον Ελλήνων, για ποιο λόγο;». Οταν ήρθε η ώρα για το «προσκύνημα» στην επιτύμβια στήλη, στην κορυφή του Χάρου, στη μνήμη τριών συναγωνιστών της που μπροστά στο κίνδυνο να αιχμαλωτιστούν βούτηξαν στον γκρεμό, κατευθύνθηκε μπροστά στο μνημείο και ξέσπασε σε μοιρολόι, για τους νεκρούς και των δύο πλευρών. «Αχ Χάρε, έγινες πραγματικός χάρος, έφαγες τα καλύτερα παιδιά και τις πιο όμορφες κοπέλες», αναφώνησε. Καθώς τα βαριά μολυβένια σύννεφα τύλιγαν τις γύρω βουνοκορφές πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. «Οπου και να πατήσεις εδώ, στο χώμα υπάρχουν κορμιά Ελλήνων» μου είπε και όταν τη ρώτησα πώς αισθάνεται κοίταξε ανέκφραστη –για τελευταία φορά– προς τον Χάρο και δεν άντεξε: «Θέλω να κλάψω, αλλά δεν έχω δάκρυα. Θέλω να βγω και να φωνάξω, σηκωθείτε παλικάρια, αλλά η φωνή μου δεν θα ακουστεί στις γεμάτες νεκρούς χαράδρες. Αφησα τα νιάτα μου σε αυτό το βουνό και γεύτηκα την προδοσία. Δεν πρέπει ποτέ πια να φτάσουμε σε τέτοιες καταστάσεις». Το ανεξίτηλο σημάδι

Μια μέρα, με το λυκαυγές, η Καρυοφύλη περιπολούσε με άλλους δύο συμπολεμιστές της στη χαράδρα. «Σε ένα μονοπάτι καθώς προπορευόμουν πάτησα σε μια τούφα όταν άκουσα μια φωνή από τον θάμνο να μου λέει: “Σε περίμενα για να σε ξεκοιλιάσω”. Ηταν ένας στρατιώτης που είχε στήσει ενέδρα και λούφαζε στον θάμνο. Στο άκουσμα της ξιφολόγχης που τράβηξε για να με καρφώσει, ενστικτωδώς τον γάζωσα με το αυτόματο Στεν που κρατούσα. Πεθαίνοντας, εκείνος, με δάγκωσε στο πόδι τόσο δυνατά που μάτωσα». Ανασήκωσε την κάλτσα που φορούσε και μου έδειξε τη δαγκωματιά. Ηταν το ανεξίτηλο σημάδι του Γράμμου στο σώμα της.
Σταύρος Τζίμας – kathimerini.gr