Ο Ηλίας ήταν Μικρασιάτης. Γεννήθηκε στις 18 Γενάρη του 1917, στη Λεύκη της Μ. Ασίας. Ο πατέρας του, ο Τζώρτζης και αυτή τη μέρα έλειπε από το σπίτι. Δούλευε στα καταναγκαστικά έργα των τούρκων, στα λεγόμενα αμελέ ταμπουρού.

Το 1922 ο Ηλίας πέντε χρόνων με τον αδελφό του τον Αχιλλέα, μωρό τότε, χωμένοι μέσα σε δύο κοφίνια φορτωμένα σ ένα γαϊδούρι μαζί με την αδελφή τους την Δέσποινα, που ακολουθούσε περπατώντας, την μάνα και την γιαγιά τους και άλλους συγγενείς, από το φόβο των τούρκων, φεύγουν στο βουνό.

        Στο δρόμο ο μικρός Αχιλλέας από τις κακουχίες θα χάσει την ζωή του και ο Ηλίας θα τραυματισθεί άσχημα στο μέτωπο όταν το γαϊδούρι σκοντάφτει στις κροκάλες του μονοπατιού και πέφτει. Θα βάλουν καπνό στην πληγή του Ηλία για να γιάνει, μα εκείνος κλαίει συνέχεια. Οι μεγάλοι του λένε και του ξαναλένε ΄΄μούλωνε΄΄ (σώπα, στα μικρασιάτικα) μπρέ, θα μας ακούσουν οι τσέτες. Ύστερα θα πάρουν το τραίνο για τα παράλια. Από εκεί με πλοίο φθάνουν στον Πειραιά. Μέσα στο πλοίο θα χάσουν την ξαδέλφη του Ηλία, την Ελισσάβετ, που όλη η οικογένειά της είχε αφανισθεί απ’ τους τούρκους. Θα την βρουν μετά από είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια. Μια μέρα του Σεπτέμβρη με τραίνο φθάνουν επιτέλους στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ξάνθης.

         Ο Ηλίας στην Ξάνθη κατάφερε και τελείωσε και την πρώτη γυμνασίου. Ύστερα έπρεπε να δουλέψει. Εν τω μεταξύ ο πατέρας του, που ήρθε στην Ελλάδα με δύο χρόνια καθυστέρηση, είχε ανοίξει φούρνο. Ο Ηλίας αρχικά δούλεψε στον φούρνο, ύστερα σε άλλες δουλειές και τελικά καταστάλαξε να γίνει τσαγκάρης, παπουτσής. Έκανε με πολύ μεράκι γερά κλασσικά και ανθεκτικά παπούτσια πάντα από γνήσιο δέρμα.

       Στρατεύθηκε τρεις φορές. Το ‘38, το ‘40 και το ‘46. Πάντα με χαρά και ενθουσιασμό για την πατρίδα. Υπηρέτησε ως πυροβολητής και ημιονηγός, μουλαράς δηλαδή, όπως το έλεγαν τότε. Το δέσιμο του Ηλία με το μουλάρι του ήταν κάτι το διαφορετικό. Πάντα κάτι είχε να λέει γι’ αυτό το μουλάρι.. Σύνολο θητείας σαράντα δύο μήνες. Το ‘46 που επιστρατεύεται με ατομική πρόσκληση τον στέλνουν έξω από την Δράμα.

Ο εμφύλιος είχε αρχίσει για τα καλά. Εδώ θα τραυματισθεί στο μάτι σοβαρά. Θα του προταθεί να βγει βοηθητικός με αποζημίωση. Εκείνος θα αρνηθεί. Την άνοιξη του ‘47τον βρίσκουμε να υπηρετεί στις παρυφές του Ολύμπου. Από εδώ επιτέλους θα πάρει και το οριστικό απολυτήριο, αφού πρώτα ζήσει δύσκολες μα και συγκινητικές καταστάσεις που θα τις θυμόταν μέχρι το τέλος της ζωής του.

          Μια μέρα με πολύ καταχνιά κάνει σκοπιά στο φυλάκιο. Στο βάθος της χαράδρας βλέπει μια ανθρώπινη φιγούρα.

   «Άλτ ισεί» φωνάζει ο Ηλίας.

Η φιγούρα σηκώνει όσο μπορεί ψηλά τα παγωμένα χέρια και παραδίδεται. Ήταν ένας άοπλος αντάρτης, που ο Ηλίας στην συνέχεια τον παραδίνει στην μονάδα του.

       Την άλλη μέρα απ’ το πρωί χιονίζει πολύ πυκνά. Στο ίδιο φυλάκιο παραδίνουν στον Ηλία έναν άλλο αιχμάλωτο αντάρτη. Ήταν χωρίς παπούτσια, με σχισμένα ρούχα. Είχε πληγές στα πόδια του. Φορούσε μόνο κάλτσες, μα κι αυτές ήταν τρύπιες.

         Η εντολή ήταν να τον μεταφέρει στην έδρα της μονάδας. Ξεκινούν λοιπόν. Μπροστά ο αντάρτης και πίσω ο Ηλίας. Σε λίγο ο αντάρτης από την ταλαιπωρία αδυνατεί να προχωρήσει. Κάθονται. Ο Ηλίας βγάζει από το στρατιωτικό του σακίδιο την δική του ξερή κουραμάνα ψωμί και του το δίνει. Εκείνος σε χρόνο μηδέν την καταβροχθίζει.

Ύστερα ο Ηλίας γονατίζει στα πόδια του αιχμάλωτου και σαν καλός Σαμαρείτης κατεβάζει και αναδιπλώνει τις κάλτσες του στο πέλμα, κόβει από το πουκάμισό του ύφασμα, τυλίγει τα πόδια του αντάρτη και με σχοινί τα δένει. Έτσι καλύπτει τις τρύπες και σαν παπουτσής που ήταν, του κάνει δύο πάνινα ζεστά παπούτσια. Την ώρα της περιποίησης ο αιχμάλωτος με δάκρυα στα μάτια γυρίζει και λέει του Ηλία:

         -«Νάσαι καλά βρε άνθρωπε, ο προηγούμενος από σένα με τρέλανε στο ξύλο, με τον υποκόπανο του όπλου. Εσύ φταις που δεν βλέπω τα παιδιά μου, μου έλεγε συνέχεια».

        Φτάνουν έξω απ’ την έδρα της μονάδας. Ο αντάρτης κοντοστέκεται. Βγάζει από την τσέπη του ένα κουτάλι και το δίνει στον στρατιώτη.

        «Πάρτο, δεν έχω κάτι άλλο να σου δώσω για το καλό που μου έκανες. Εγώ από δω και πέρα δεν θα το χρειαστώ πια» είπε στον Ηλία.

Ο Ηλίας θέλοντας και μη το πήρε. Ήταν ένα κουτάλι κατασκευής του 1942, σιδερένιο και αγάνωτο. Πολύ σημαντικό εργαλείο για να τρώει ο αντάρτης. Εργαλείο ζωής, που λέμε. Το πιο πολύτιμο πράγμα για κείνον. Κι όμως εκείνος το δώρισε στον Ηλία. Στην δυστυχία του μέσα, αυτό είχε να δώσει, αυτό έδωσε. Και έτσι με πράξη, με ένα μικρό σκουριασμένο κουτάλι, είπε ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον σωτήρα του .

        Τα χρόνια πέρασαν. Ο Ηλίας έκανε οικογένεια, παιδιά. Δούλεψε σκληρά. Ζούσε για να δίνει και να προσφέρει σε όποιον είχε ανάγκη. Δίδασκε με τις πράξεις του. Αυτό του έδινε ζωή. Τον γνώρισα πολύ καλά. Ήταν ο πεθερός μου. Είμαι περήφανος γι’ αυτόν.

         Γάνωσε με δικιά του φροντίδα και το κουτάλι του αντάρτη. Μέχρι το 2001, που έφυγε από την ζωή, το είχε σπίτι του.

           Ο Ηλίας λίγες μόνο φορές έφαγε μ’αυτό, μα πάρα πολλές φορές χόρτασε. Χόρτασε κάθε φορά που το έβλεπε. Χόρτασε από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του δωρητή αντάρτη.

Κώστας Ι. Φαρμάκης

Ξάνθη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κων/νος Φαρμάκης γεννήθηκε στο Λιβαδερό Κοζάνης και σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο της Αθήνας (ΑΣΟΕΕ). Αρχικά εργάσθηκε ως στέλεχος επιχειρήσεων, Ορκωτός Λογιστής στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών και από το 1981 στο Υπουργείο Οικονομικών από όπου συνταξιοδοτήθηκε ως Διευθυντής στην ΔΟΥ ΞΑΝΘΗΣ.