Σε έναν νέο πολύμηνο σίριαλ ανταλλαγής e-mails με τις Βρυξέλλες έχει εμπλακεί εδώ και μήνες το ΥΠΕΝ, χωρίς να διαφαίνεται άμεσα, φως στο τούνελ. Αντικείμενο, το ελληνικό αίτημα καταβολής αποζημίωσης στην ΔΕΗ για όσο διάστημα η επιχείρηση θα κρατά ζωντανές τις λιγνιτικες της μονάδες, παρ’ ότι την ζημιώνουν, δηλαδή για την τριετία 2021-2023. Για κάθε μια από αυτές τις χρονιές, η ελληνική πλευρα ζητά περίπου 180,150 και 200 εκατ ευρώ αντίστοιχα.

Σύμφωνα, ωστόσο με τις πληροφορίες του Energypress και παρ’ ότι μέχρι πρότινος διαφαίνονταν χαραμάδες αισιοδοξίας ότι το ελληνικό αίτημα είναι θέμα χρόνου να εγκριθεί, η γραφειοκρατία των Βρυξελλών φαίνεται να έχει διαφορετική άποψη. Τα ερωτηματολόγια με τα οποία «βομβαρδίζουν» οι κοινοτικοί το ΥΠΕΝ διαδέχονται το ένα το άλλο, τις απαντήσεις της ελληνικής πλευράς ακολουθούν νέα mails και παρ’ ότι η Κομισιόν δείχνει να αναγνωρίζει το εύλογο του αιτήματος – παρόμοιες αποζημιώσεις έχουν εισπράξει στο πλαίσιο της απανθρακοποίησης Ολλανδοί και Γερμανοί- η υπόθεση σέρνεται. Η στάση των κοινοτικών θυμίζει στην Μεσογείων το μπαράζ αλληλογραφίας γύρω από την διακοψιμότητα ή ακόμη χειρότερα το «ατελείωτο» σίριαλ μέχρι να κλείσει, τυπικά τουλάχιστον, το antitrust case, δηλαδή η παλαιά υπόθεση καταδίκης της Ελλάδας από το Ερωδικαστήριο για το μονοπώλιο στο λιγνίτη. Κεφάλαιο που ναι μεν τυπικά έχει κλείσει, ωστόσο ουσιαστικά παραμένει ανοικτό, όσο η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ Αθήνας-Κομισιόν στις 23 Οκτωβρίου 2020, δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί.

Η συμφωνία αφορά την διάθεση σε προκαθορισμένη τιμή και επ ουδενί κάτω του κόστους, ποσότητας ίσης με το 40% της εκάστοτε παραγόμενης λιγνιτικής ενέργειας της ΔΕΗ, με αποδέκτες αποκλειστικά ιδιώτες προμηθευτές. Εκκρεμεί όμως η εφαρμογή της, δηλαδή η διενέργεια ενός market test, που θα καταδείξει κατά πόσο υπάρχει ενδιαφέρον ή όχι από την αγορά, με τις εκτιμήσεις να συνηγορούν υπέρ του δεύτερου, καθώς το κόστος του λιγνίτη είναι πέρα για πέρα ασύμφορο.

Τυπολάτρες ωστόσο στις Βρυξέλλες, καταγράφουν την υπόθεση ως ανοικτή, όπως είχε φανεί και μέσω της έκθεσης της Κομισιόν για την ελληνική οικονομία τον περασμένο Νοέμβριο. Τότε όμως η ελληνική πλευρά, δια του μέχρι πρότινος υπ. ΠΕΝ Κωστή Χατζηδάκη, είχε συνδέσει την πρόοδο στο κεφάλαιο λιγνίτες με το αίτημα αποζημίωσης προς την ΔΕΗ για όσο θα διατηρεί ζωντανές τις ζημιογόνες λιγνιτικές της μονάδες, παρ’ότι την ζημιώνουν. Η γραμμή Χατζηδάκη ήταν ότι δεν νοείται να έχουν εισπράξει αποζημιώσεις για ανάλογες υποθέσεις γερμανικές και ολλανδικές επιχειρήσεις, αλλά όχι και η ΔΕΗ. Η στάση του ήταν ότι μόνο εφόσον η Κομισιόν εγκρίνει αποζημίωση στην ΔΕΗ, τότε μόνο η Ελλάδα θα εφαρμόσει την συμφωνία για το antitrust case, δηλαδή θα ενεργοποιήσει το market test.

Η τεκμηρίωση, τα ερωτηματολόγια, η επόμενη ημέρα

Οταν προς τα τέλη του περασμένου έτους οι Βρυξέλλες συνειδητοποίησαν τι ακριβώς ζητά η Ελλάδα, ζήτησαν να τους αποστείλει σχετική τεκμηρίωση. Και να τους εξηγήσει από το μηδέν το ΥΠΕΝ τι ακριβώς θέλει. Ετσι το υπουργείο απέστειλε νέο φάκελο στις κοινοτικές υπηρεσίες, εκείνες χρειάστηκαν περίπου 1,5 μήνα για να τον εξετάσουν, εν συνεχεία έστειλαν πίσω ένα πακέτο με δεκάδες ερωτήσεις, τις οποίες με την σειρά του το πρώτο χρειάσθηκε αρκετό χρόνο για να τις απαντήσει.

Και κάπως έτσι, στα μέσα Ιανουαρίου, ουδείς μπορεί με ακρίβεια να απαντήσει πότε περίπου θα τελειώσει το νέο αυτό σίριαλ, το οποίο σημειωτέον έχει «μπλοκάρει» και το κλείσιμο του antitrust case. Σύμφωνα με κάποιες πηγές που παρακολουθούν επί χρόνια την υπόθεση, η στρατηγική της ελληνικής πλευράς ήταν λάθος. Το πιο σωστό θα ήταν πρώτα να κλείσει το αντιμονοπωλιακό κομμάτι, αυτό του Ευρωδικαστηρίου, και μετά να ανοίξει το κεφάλαιο των αποζημιώσεων.

Το αντεπιχείρημα εδώ είναι ότι θα ήταν στρατηγικό σφάλμα της Αθήνας να μην εκμεταλλευθεί την συγκυρία και να μην σπεύσει να διεκδικήσει αποζημιώσεις, όπως επιδίωξαν και πέτυχαν τον σκοπό τους, βορειοευρωπαικές κυβερνήσεις.

Σε μια συγκυρία σαν αυτή, όπου η ΕΕ προωθεί την απανθρακοποίηση, επομένως είναι δατεθειμένη να δώσει κίνητρα και αποζημιώσεις στις χώρες-μέλη για να την επιταχύνει, η ΔΕΗ, η οποία θα συνεχίσει για μια τριετία να διατηρεί επί ζημία ανοικτές τις μονάδες της, βρίσκεται μπροστά σε μια μοναδική ευκαιρία προκειμένου να εισπράξει μια γενναία αποζημίωση.  Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η υπόθεση. Μένει να φανεί κατά πόσο ο νέος υπουργός ΠΕΝ Κώστας Σκρέκας θα κινηθεί στα βήματα του προκατόχου του Κωστή Χατζηδάκη ή θα ακολουθήσει στο κεφάλαιο λιγνίτης μια δική του, διαφορετική προσέγγιση.

energypress.gr