Σε ανακατανομή του αριθμού των θέσεων υπέρ των περιφερειακών ΑΕΙ σε σχέση με τα κεντρικά προσανατολίζεται το υπουργείο Παιδείας με στόχο να περιοριστούν οι απώλειες σε περιφερειακά τμήματα χαμηλής ζήτησης λόγω της ελάχιστης βάσης εισαγωγής (ΕΒΕ) που θεσμοθέτησε. Ο αριθμός των θέσεων στα ΑΕΙ θα είναι στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, δηλαδή περίπου 78.000. Παράλληλα, η χρηματοδότηση των ιδρυμάτων θα γίνει και με βάση κριτήρια εθνικής σημασίας και βιωσιμότητας των ιδρυμάτων και άρα δεν θα υπάρξει μείωση των κονδυλίων σε κάποιο ίδρυμα στην περίπτωση που αυτό έχει κενές θέσεις λόγω της ΕΒΕ.

Ειδικότερα, η θεσμοθέτηση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής –θα διαμορφωθεί από τον μέσο όρο των επιδόσεων των υποψηφίων ανά επιστημονικό πεδίο πολλαπλασιασμένο με συντελεστή από 0,8 έως 1,2, που θα οριστεί από κάθε τμήμα– αναμένεται να αφήσει αρκετές κενές θέσεις σε τμήματα της περιφέρειας με χαμηλές βάσεις εισαγωγής. Ενδεικτικά, με βάση τα περυσινά δεδομένα, οι κενές θέσεις θα είναι περίπου 15.000 με 17.000. Οι θέσεις που θα οριστούν φέτος θα είναι στα ίδια επίπεδα με πέρυσι. Για το ακαδημαϊκό έτος 2020-2021 δόθηκαν σε σχολές, τμήματα και στις εισαγωγικές κατευθύνσεις τμημάτων ΑΕΙ 77.970 θέσεις. Σε αυτές δεν υπολογίζονται οι θέσεις των σχολών της Αστυνομίας, του Λιμενικού, του Στρατού, του τουρισμού, που εποπτεύονται από άλλα υπουργεία πλην του Παιδείας.

Υψηλόβαθμο στέλεχος του υπ. Παιδείας, μιλώντας στην «Κ», διαβεβαίωσε ότι η πιθανή ύπαρξη κενών θέσεων σε περιφερειακά τμήματα μετά την έκδοση των βάσεων εισαγωγής δεν θα επηρεάσει τη λειτουργία τους, ενώ θα υπάρξει μέριμνα ώστε να εισαχθεί σε αυτά ικανός αριθμός φοιτητών για πανεπιστημιακό τμήμα και όχι για τμήμα… φροντιστηρίου (π.χ. με 30 σπουδαστές, όπως είχε γίνει παλαιότερα). Η ανακατανομή του αριθμού των εισακτέων μεταξύ αντίστοιχων τμημάτων υπέρ των περιφερειακών έναντι των κεντρικών Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας είναι μέτρο το οποίο άλλωστε υιοθετείται την τελευταία πενταετία. Αυτό θα συνδυαστεί με τη μείωση των μετεγγραφών, που διαμορφώνεται με τον νέο νόμο που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά κατά το τρέχον ακαδημαϊκό έτος. Συνολικά υποβλήθηκαν 9.322 αιτήσεις για μετεγγραφή και ικανοποιήθηκαν 6.919. Πέρυσι κατατέθηκαν 10.753 αιτήσεις και ικανοποιήθηκαν 9.302.

Η προηγούμενη φορά που τέθηκε βαθμολογικό όριο εισαγωγής στις Πανελλαδικές Εξετάσεις ήταν από το 2006 έως και το 2009. Oπως λέει στην «Κ» ο μαθηματικός – αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης, «όταν τα προηγούμενα του 2006 και τα επόμενα του 2009 χρόνια οι κενές θέσεις κυμαίνονταν από μερικές εκατοντάδες έως περίπου 2.000, από το 2006 έως και το 2009, που εφαρμόστηκε η οριζόντια βάση του 10, οι κενές θέσεις ήταν από 10.000 έως 15.000. Κάτι ανάλογο θα συμβεί και φέτος, παρότι η βάση που τίθεται είναι πολύ πιο έξυπνη, αφού προσαρμόζεται στη δυσκολία των θεμάτων. Ακόμα όμως και να πιάσουν οι υποψήφιοι ένα ποσοστό του μέσου όρου, που πιθανόν να είναι το 80%, θα είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, που θα αφήσει αρκετές χιλιάδες υποψηφίους εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Μάλιστα, θα χάσουν εισακτέους τμήματα σε περιφερειακά ΑΕΙ που έχουν αξιολογηθεί θετικά, σε αντίθεση με τα νεοϊδρυθέντα αντίστοιχα τμήματα, τα οποία προ διετίας ήταν ΤΕΙ και πλέον «πανεπιστημιοποιήθηκαν» και τα ευνοεί το ότι έχουν έδρα στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Και ο κ. Στρατηγάκης τονίζει: «Πρέπει όμως να προσέξουμε. Το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου ιδρύθηκαν στις ακριτικές περιοχές για εθνικούς λόγους. Γι’ αυτό τον λόγο δεν θα πρέπει να αδειάσουν από φοιτητές και είναι σημαντικό να συνεχίσουν να υπάρχουν. Ενδεικτικά, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου είναι πολύ καλό πανεπιστήμιο, αλλά αποφεύγουν να το δηλώσουν οι υποψήφιοι γιατί είναι μακριά από την υπόλοιπη Ελλάδα, με συνέπεια να μην το προτιμούν οι υποψήφιοι, παρά τις εξαιρετικές επιδόσεις του. Ετσι, οι βάσεις σε όλα τα τμήματά του, πλην ενός, το 2020 ήταν κάτω από 10.000 μόρια. Θα είναι λάθος να οδηγηθούν σε κλείσιμο αυτά τα τμήματα. Δεν θα πρέπει, δηλαδή, να αποτελέσει κριτήριο βιωσιμότητας ενός τμήματος ο αριθμός των φοιτητών του, αλλά θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ακαδημαϊκά κριτήρια, όπως είναι ο αριθμός των καθηγητών του, οι επιστημονικές επιδόσεις των καθηγητών του, η διεθνής παρουσία κάθε τμήματος και άλλα ανάλογα κριτήρια».

 

Πηγή kathimerini.gr