Κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παρέμβαση το νέο βιβλίο του Παναγιώτη Δημόπουλου με τίτλο: «Παλίμψηστα». Πρόκειται για μικρά κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα που ξεδιπλώνουν το ιδιαίτερο συγγραφικό, ενίοτε δηκτικό, προφίλ του γράφοντος. Ο συγγραφέας εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις του στη μουσική, όντας μουσικός, και μεταχειριζόμενος με ιδιαίτερη μαεστρία τη γλώσσα, μιλά για τη μουσική, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσονται προσωπικοί του στοχασμοί για ποικιλία θεμάτων, όπως θα δούμε και παρακάτω.

  • Επιλέξατε να «εισβάλλετε» στο χώρο της λογοτεχνίας δίνοντας στο έργο σας τον τίτλο «Παλίμψηστα»· πρόκειται για μια τεχνική των μουσικών, το να γράφουν και να σβήνουν; Το παρόν βιβλίο προέκυψε αβίαστα ή προέρχεται από τη συγκομιδή παρατηρήσεων και στοχασμών χρόνων;

 

Λογίζω μόνο δάσκαλό μου στην σύνθεση τον Anthony Gilbert, έναν εξαιρετικά ευέξαπτο και ιδιοφυή μουσουργό που είχα την τύχη να με διδάξει για 18 υπέροχους και αποκαλυπτικούς μήνες. Στο πρώτο μάθημα που κάναμε μαζί, η πρώτη του ερώτηση ήταν αν έφερα σβήστρα και όταν απάντησα «όχι» μου ζήτησε να απέλθω και να επανέλθω την επόμενη εβδομάδα. Ίσως να μην είχε όρεξη για μάθημα, αλλά ίσως να ήταν αυτό και το καλύτερο μάθημα για έναν νέο συνθέτη. Είναι πλέον πολύ εύκολο να στοιχειοθετήσει κανείς κείμενα, να τα τυπώσει, ακόμη και να τα εκδώσει και τελικά επικρατεί η γραφιστική αισθητική και η ρομαντική ψευδαίσθηση ενός ιστορικισμού πως κάτι που εκδίδεται είναι ένα έργο τέχνης, ακόμη κι αν είναι απλώς ένα πρόχειρο ή πρωτόλειο σκίτσο της τυπογραφικής ακράτειας. Προτιμώ να πιστεύω πως αν κάτι μένει στην διαχρονία, αυτό είναι μια διαδικασία σκυταλοδρομίας και σε αυτήν παίρνω μέρος: κοιτάζω και βλέπω, ακούω κι αφουγκράζομαι, σκέφτομαι και διαβάζω, ξανασκέφτομαι και τελικά ο ολέθριος κύκλος απαιτεί να γράψω μια  δική μου αλήθεια. Είναι ανάγκη, όχι επιθυμία αυτή η ολοκλήρωση, μοιάζει και λίγο με τις γενετήσιες ή πεπτικές καταλήξεις. Γράφω, άλλωστε, διαρκώς εδώ και 25 χρόνια, ποίηση, διηγήματα, επιδερμικά άρθρα, δοκίμια ή μικρομελέτες, θεατρικά, άλλα, πιο τεχνικά και ακαδημαϊκά κείμενα. Μερικά τα έσβησα, άλλα τα έχω ακόμη κάπου, κάποια λίγα έστειλα δεξιά-αριστερά αλλά σπανίως έλαβα απάντηση και δεν είμαι και καλός μηχανουργός σχέσεων που βασίζονται σε απαιτήσεις. Κάποια στιγμή, τυχαία, μιλώντας με την φίλη εκδότρια της Παρέμβασης για κάτι άλλο, της πρότεινα αυθόρμητα να με φιλοξενήσει και εκείνη πάνω στον φιλικό ενθουσιασμό της είπε «εντάξει, θα εκδώσω 40-50 σελίδες». Μετά έγραψα τα Παλίμψηστα που είναι 180. Καλό είναι κανείς να μην δεσμεύεται όταν ενθουσιάζεται.

  • Τα διάφορα κείμενα του βιβλίου διακρίνονται από μία ιδιαίτερη συνειρμική γραφή που μπλέκει κώδικες και θέματα της μουσικής, πρόσωπα και μορφές της λογοτεχνίας και της ιστορίας με τη σύγχρονη ελληνικά πραγματικότητα· υπάρχει κάποιος κοινός νοηματικός άξονας που συνδέει όλα αυτά;

 

Ο κάθετος άξονας είναι η απογοήτευση – ο οριζόντιος η απελπισία. Απαντώ με καταστάσεις και όχι έννοιες, σε δύο διαστάσεις γιατί στο βάθος επικρατεί το εφήμερο ή το ανάξιο λόγου. Όσο για τις αναφορές, αυτές είναι αναπόδραστες, αν και πολύ θα ήθελα να γράφω καθαρά στο επίπεδο των ιδεών χωρίς προσωπικές αφορμές: το ιδανικό μου κείμενο θα ήταν ένα από αυτά τα πονήματα της Λογικής με σύμβολα και έννοιες εκτός προσώπων και γεγονότων. Πολύ θα ήθελα να είμαι μαθηματικός· δυστυχώς όμως η φιλοδοξία μου ξεπερνά κατά πολύ την διανοητική ισχύ μου. Η απογοήτευση, ο ορθοστάτης μου, είναι μάλλον η αιτία της γραφής μου και απογοητεύεται κανείς όταν γοητεύεται διαρκώς· έχω αυτήν την κακή συνήθεια. Η οριζόντια και διαρκής απελπισία είναι πάλι κάτι που έρχεται σαν βιογραφική ροή στους αισιόδοξους των οποίων οι ελπίδες προδίδονται και γίνονται συγκινήσεις. Η ελπίδα είναι βέβαια καλή συνήθεια, όμως είναι εποχική και συχνά μεγάλη μοναξιά. Δεν ξέρω αν απάντησα στην ερώτηση – αυτή όμως η αμφιβολία είναι ακριβώς και ο νοηματικός άξονας των Παλίμψηστων: οι αναπάντητες, επί της ουσίας, ερωτήσεις. Και πράγματι διατύπωσα αρκετές, ανάμεσά τους μπορεί και κάποιες άκομψες.

  • «Ένα βιβλίο ζωντανεύει όταν τα μάτια των αναγνωστών του συγγράφουν ένα δεύτερο και τρίτο κείμενο δίπλα στο αυθεντικό, όταν κρατούν το ημερολόγιο καταστρώματος κάθε ανάγνωσης» αναφέρετε σε ένα από τα κείμενα· ποιος ο ρόλος του αναγνώστη, θεωρείτε, στην καταξίωση ενός έργου και στην πορεία του στον χρόνο;

 

Ένα βιβλίο χωρίς αναγνώσεις είναι ένα αρχιτεκτόνημα χωρίς εισόδους, εξόδους και διεξόδους, ένα Αλκατράζ της κακιάς ώρας. Δίχως άλλο, το πλήθος των αναγνώσεων είναι καίριο για να αξιωθεί ένα έντυπο να λέγεται βιβλίο. Και, βεβαίως, όταν ο αναγνώστης αρχίσει να σημειώνει το έντυπο και να το θεωρεί μέρος δικής του γραφής, τότε το βιβλίο παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται μέρος της διαδικασίας του διαλόγου. Απόδειξη οι ερωτήσεις σας και ο διάλογος που προσκαλείτε: δεν θα υφίσταντο αμφότερα χωρίς μια ανάγνωση. Η ανάγνωση είναι η εστία της λογοτεχνίας, οι συμμετοχές χρόνων ανάμεσα σε πολλούς, με τον συγγραφέα σε ρόλο συντονιστή. Όσο για την πορεία του πράγματος, αυτή είναι αχαρτογράφητη σαν ωκεανός αλλά και πολύτιμη σαν πηγάδι αυλόγυρου. Έχει δικούς της χρόνους αυτή η υπόθεση. Το βιβλίο είναι ένας καθρέφτης, παραμορφωτικός, σπασμένος, θολός ή και βρόμικος – μπορεί και καθαρός. Το βλέμμα είναι η ανάγνωση. Το είδωλο πάντα διαφορετικό. Ρόλος του αναγνώστη είναι να πηγαίνει εκεί και να μην κοιτάει, αλλά να βλέπει, επειδή το θέλει. Και τότε ναι, καταξιώνονται πολλά που σίγουρα μας είναι άγνωστα μέχρι να γνωριστούν. Όμως ο ρόλος αυτός είναι ίσως ο πιο εθελοντικός που μπορεί κανείς να περιγράψει.

  • Υπάρχει μία άποψη πως η επιστήμη της φιλολογίας περιορίζει βάζοντας σε καλούπια την «ανυπότακτη» λογοτεχνία, και εσείς κάνετε λόγο για την «κακώς νοούμενη επιστήμη της φιλολογίας». Τι κακό υπάρχει στις έννοιες που «παίρνουν την κατάληξη -λογία»;

 

Η τέχνη είναι πράξη και η επιστήμη θεωρία. Η μουσική είναι και τα δύο, τέχνη και επιστήμη των οργανωμένων ήχων. Η ποίηση και η ρητορική επίσης, τέχνες και επιστήμες του οργανωμένου λόγου. Τα μαθηματικά και η φυσική ακόμη περισσότερο διττοί χώροι. Φοβάμαι πως οι καταλήξεις –λογία, -πονία, -νομία, -σοφία κλπ τείνουν να αποκλείουν τον ένα εκ των δύο αυτών αγωγών και έτσι μου μοιάζουν στερητικές, λειψές, ζηλόφθονες, μακριά από οδούς και λεωφόρους, έγκλειστες στις μεθόδους που τελευταία γίνονται – ειρωνικά – μεθοδολογίες, δηλαδή θεατρικές πράξεις άνευ αυλαίας. Προτιμώ τον Θεό από την θεολογία, τα βιβλία από την βιβλιοθηκονομία, την γη από την γεωπονία και σίγουρα τους φίλους από τους φιλολόγους. Εξαίρεση οι φίλοι που τυγχάνει να είναι φιλόλογοι, αν και καθιστώ εδώ τέτοιες φιλίες δύσκολες. Παρόλα αυτά η κατάληξη η οποία πραγματικά με φέρνει στα πρόθυρα έντονης διαμαρτυρίας είναι η τρισύλλαβη «-ότητα» και δεν επεκτείνομαι καθώς η απάντησή μου δεν θα διαθέσει καμία ορθότητα, σοβαρότητα ή πιθανότητα σοβαρής πρόσληψης. Προτείνω όμως, ενδεικτικά και ειλικρινώς, αντί της «-ότητας» την «-όπιτα» ως πιο ελληνοπρεπή και ουσιαστική σε κάθε χρήση, π.χ. κρίνω δόκιμο να δηλώσουμε όλοι μας φωναχτά πως στηρίζουμε με κάθε τρόπο την κάθε μορφή ετερόπιτας. Αυτή η απλή αλλαγή μιας συλλαβής θα αντικαθιστούσε την γενική προτεινόμενη κοινωνική διάσπαση με κάποια, γαστριμαργική έστω, συσπείρωση.

  • Επικοινωνείτε πιο αποτελεσματικά με το κοινό, θεωρείτε, μέσω της μουσική σας ή μέσω των γραπτών σας κειμένων;

 

Αν ως αποτελεσματική επικοινωνία θεωρήσουμε την αμοιβαία αντίληψη ενός κοινού χώρου, τότε λόγω κατάρτισης και εθισμού νομίζω πως υπερέχω ως μουσικός, ακόμη κι αν δεν είμαι καθόλου δημοφιλής, αφού άλαλος διαθέτω πιο ευρύχωρα και προσήγορα μηνύματα. Έχω διαπιστώσει πως οι λιγοστές ερμηνείες των γραπτών ή και των ομιλιών μου πάντοτε οδήγησαν σε μεγάλη απόσταση από αυτό που είπα με ιδιαίτερη προσοχή στις λέξεις μου. Η διδακτορική μου διατριβή, η οποία αινιγματικά δεν έτυχε περιόδου διορθώσεων, ήταν το πιο περίτρανο παράδειγμα – οι εξεταστές της παρερμήνευσαν το σύμπαν της πριν την εγκρίνουν. Είναι θολή η γραφή, ή φτωχή η ανάγνωση; Ούτε το ένα ούτε το άλλο· είναι ίσως και λογικό οι λέξεις να γίνονται αντικείμενο διαφωνίας και όχι ομοφωνίας αντίληψης. Αυτό άλλωστε δεν είναι η πραγματική επικοινωνία; Όμως το αποτέλεσμα της γραφής μου παραμένει ασαφές, ενώ η μουσική μου αν και δεν περιγράφεται με λέξεις, έχει ενίοτε βρει κάποιες σαφήνειες στις κοινές σιωπές ενός ευάριθμου ακροατηρίου.

  • Πολλοί από τους συγγραφείς και τους δημιουργούς γενικότερα, που ξεχώρισαν, διακατέχονταν από διάφορα πάθη ή υπέφεραν από ψυχικές ασθένειες· ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, για παράδειγμα, ήταν αιχμάλωτος του αλκοόλ ή η Βιρτζίνια Γουλφ υπέφερε από τα παιχνίδια του μυαλού της. Η τέχνη πιστεύετε συναρτάται με κάποιου είδους διαστροφή;

 

Θα απαντήσω στην ερώτηση φιλύποπτα και δεχόμενος έναν υπαινιγμό! Αν έπρεπε να επιλέξω την διαστροφή μου αυτή θα ήταν μια καλπάζουσα αγωνία για το πέρασμα του χρόνου· είμαι χρονοφοβικός, χρονολατρικός και χρονοκράτης. Οι κοινωνικές ιδέες γύρω μας προκύπτουν κάτι σαν φλύαρη ρύπανση των διαθέσιμων και πεπερασμένων χρόνων και αυτό με αναγκάζει σε σπασμωδικές αυξομειώσεις ταχύτητας από την άχρονη, Αθωνικού τύπου προσευχή, μέχρι την ραγδαία συστολή του χρόνου σε καθημερινούς πανικούς κυνηγιού προθεσμιών. Είναι επομένως αναπόφευκτο η παραγωγή κειμένων μου, μουσικών ή άλλων να διέπονται από μία διασταλτική διάθεση ανάμεσα στο πρόχειρο και το μαρμάρινα επίσημο, με μοιραία αποτελέσματα: τα θέματα ανήκουν στην διαχρονία, οι επεξεργασίες τους σε κάτι αποκλειστικά σύγχρονο και ακατέργαστο. Πάντως, για να σταματήσω να περιαυτολογώ και να απαντήσω στην κυριολεκτική ερώτηση, δεν θεωρώ πως η τέχνη αποτελεί προνομιακό πεδίο των διαστροφικών, των διεστραμμένων ή των διαστρεμμάτων και μπορεί να είναι εξίσου ιερή και μεγάλη πράξη των απλώς ικανοποιημένων και ψυχικά υγιών ανθρώπων. Εκεί που θα συντείνω στην μυθολογία περί «καταραμένων δημιουργών» είναι πως αν και δεν αποκλείεται να κάνει περίφημη τέχνη ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος των βιωματικών μέσων όρων, η ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι των άκρων για ξόρκια του ανολοκλήρωτου συχνά τους ωθεί σε καλλιτεχνικές πορείες – θέμα μάλλον στατιστικό, παρά ιδεολογικό ή εξ ορισμού διάθεσης.

  • Ποια θέση θα θέλατε να λάβουν τα «Παλίμψηστα» στον λογοτεχνικό κανόνα;

 

Αυτή που τους προσδίδει ο τίτλος, των αξιολογηθέντων ως, μηρυκαστικής καταγωγής, σχολιασμών και των αφορμών για τα περαιτέρω από άλλους. Πάντως, αν πρόκειται να λάβουν θέση, δεν θέλω να διαγκωνίζονται με άλλα βιβλία και θέλω να φερθούν ευγενικά, ανεξαρτήτως του δηκτικού περιεχομένου τους. Δηλώνω συναγωνιζόμενος και όχι ανταγωνιζόμενος και εκτιμώ ότι θα καταταγούν στα πιο ειρηνικά ράφια της μακράς διαρκείας.

Δεν ξέρω ωστόσο αν υπάρχει πια «κανόνας», άλλωστε αυτός σκιαγραφείται μάλλον με εμπορευματικούς όρους και ο αλγόριθμος αυτού του εμπορίου διαφεύγει κατά πολύ των συντεταγμένων της δημιουργικής περιοχής μου. Αν, τελικά, πρέπει να φιλοδοξώ όντως για την τοποθεσία του βιβλίου, θα ήθελα να το διαβάσουν οι άνθρωποι που γνωριστήκαμε σε έναν καφέ ή σε μια στιχομυθία και που δεν προλάβαμε να συνομιλήσουμε πραγματικά, γιατί ίσως τότε μπορέσουν να βρεθούν οι αντιρρήσεις και οι διάλογοι που μας ξέφυγαν. Κατά τα άλλα, θα δεχθώ την καταλογογραφημένη θέση της υποσημείωσης-ενός αστερίσκου-μιας παρένθεσης με την προσήκουσα σεμνοτυφία. Κι αν βεβαίως, από την άλλη, ο αλγόριθμος τύχει σαν πρωτοχρονιάτικο λαχείο να φέρει τα Παλίμψηστα διεθνώς βραβευμένα, επιβεβλημένα κείμενα σε όλα τα σχολεία της Κίνας, τότε θα απορήσω μεν ενδόμυχα, ωστόσο θα δεχτώ με φυσικότητα και χαρά όλες τις κολακείες του περήφανου Κινεζικού λαού. Εν ολίγοις και για να μην υπεκφεύγω, επιθυμώ μεγαλομανώς την πρώτη θέση παγκοσμίως ελέω Θεού, δέχομαι την τελευταία θέση ως μακρόθυμος, ρεαλιστής Δημοκράτης, παραδέχομαι ακόμη και την αδιαθεσία ως παραιτημένος μεσόκοπος ντεμπουτάντ των κρυφών ελληνικών γραμμάτων· ευπειθώς, εκτός κανόνα, αλλά ποτέ αντικανονικά. Και τέλος πάντων, ας είμαστε πιο γενναιόδωροι: μήπως οι επιθυμίες των δημιουργών δεν είναι και κάπως υπερτιμημένες; Ένα βιβλίο οφείλει να ικανοποιεί μόνο τις επιθυμίες των αναγνωστών του.

Συνέντευξη στη Φιλιώ Μπτούρη