Η συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα σε ποσοστό 20%, τη προσεχή περίοδο υψηλών τιμών φυσικού αερίου, έχει ήδη δρομολογηθεί από τη ΔΕΗ για να  συμβάλει στη μείωση του κόστους κιλοβατώρας και στον περιορισμό του εισαγόμενου φυσικού αερίου. Οι συνθήκες της αγοράς δείχνουν ότι οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου θα διατηρηθούν πιθανώς μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Μέχρι τότε, ίσως και νωρίτερα, οι αδειοδοτημένες μονάδες ΑΠΕ, θα καλύψουν πλήρως την προβλεπόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας της Χώρας μας.

Στη διάρκεια της μετάβασης προσφέρεται η βαθμιαία ενεργειακή αντικατάσταση των παλιότερων λιγνιτικών ΑΗΣ με ΑΠΕ, αλλά με διατήρηση των ορυχείων στον απαιτούμενο βαθμό για αξιοποίηση του λιγνίτη με αεριοποίηση. Η λειτουργία της νέας λιγνιτικής  μονάδας Πτολεμαΐδα 5 μπορεί να παραταθεί και πέραν του 2030 ως πιλοτική για την εφαρμογή νέων τεχνολογιών και για την συμπληρωματική υποστήριξη μονάδων ΑΠΕ.

Με δεδομένη την ηλεκτρική κάλυψη από ΑΠΕ  δεν υπάρχει ανάγκη να καταφύγει σε πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής η Ελλάδα, η οποία εξελίσσεται σε διηπειρωτικό ενεργειακό ομφαλό, χάρις στο εγχώριο πλεόνασμα των ΑΠΕ, το διασυνδεδεμένο Ευρωπαϊκό δίκτυο, τις διακρατικές διασυνδέσεις και κυρίως τις διηπειρωτικές διασυνδέσεις που σχεδιάζει ο ΑΔΜΗΕ.

Βραχυπρόθεσμες προοπτικές του λιγνίτη στην Ελλάδα

Η συρρίκνωση του λιγνίτη το 2020-21 οφείλεται σε πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων η περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η επιβολή υψηλών δικαιωμάτων διοξειδίου του άνθρακα, η πολιτική άκαιρης απολιγνιτοποίησης της ΔΕΗ,  η παλαίωση των λιγνιτικών μονάδων και η υψηλή απόδοση των νέων μονάδων φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου. Εντούτοις, παρά τις λεκτικές υπερβολές που καταδίκαζαν το λιγνίτη,  οι συνθήκες της αγοράς επέβαλαν το 2022 τη μεταβατική επιστροφή στις λιγνιτικές μονάδες, επιλογή που θα ενισχυθεί με τη λειτουργία της νέας υπερσύγχρονης μονάδας στη Πτολεμαΐδα. Στο παρακάτω διάγραμμα με το ενεργειακό μείγμα που εφάρμοσε ο ΑΔΜΗΕ πρόσφατα, φαίνεται η αύξηση συμμετοχής του λιγνίτη που έφθασε στο 20%.

Chart, bar chart</p>
<p>Description automatically generated

Διάγραμμα ενεργειακού μείγματος της περιόδου 08/11/2022 έως 17/11/2022 με βαθμιαία ενίσχυση της συμμετοχής του λιγνίτη.  Πηγή: ΑΔΜΗΕ

Η αναπότρεπτη μερική επιστροφή στο λιγνίτη στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, έστω και μόνο με τις υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες Αγίου Δημητρίου, Μελίτης και Μεγαλόπολης, έχει ήδη σοβαρά οικονομικά πλεονεκτήματα για τον καταναλωτή που θα ενισχυθούν σύντομα με την έναρξη λειτουργίας της νέας λιγνιτικής μονάδας. Ήδη το θέρος του 2022 επαναλειτούργησαν και οι επτά διαθέσιμες μονάδες, πέντε του Αγίου Δημητρίου, η Μελίτη και η Μεγαλόπολη, ενώ για το προσεχές δωδεκάμηνο προβλέπεται αύξηση της συμμετοχής του λιγνίτη, ώστε να καλύψει το 20% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Μεσοπρόθεσμες προοπτικές του λιγνίτη

Κρίσιμοι παράγοντες για το ρόλο του λιγνίτη μετά τη σχεδιαζόμενη απολιγνιτοποίηση το 2028 είναι:

  • Η πρόοδος των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με έμφαση στις αποθηκευτικές υποδομές
  • Η διαθεσιμότητα και οι τιμές φυσικού αερίου
  • Η εξέλιξη της τεχνολογίας στη δέσμευση καυσαερίων και στην αεριοποίηση του λιγνίτη.

Οι τρεις νεότερες από τις λιγνιτικές μονάδες που λειτουργούν σήμερα, Άγιος Δημήτριος V, 366 MW από το 1997, η Μελίτη, 330 MW από το 2003 και Μεγαλόπολη IV, 300 MW από το 1991, θα μπορούσαν ενεργειακά να αντικατασταθούν βαθμιαία από ΑΠΕ κάτω από δύο προϋποθέσεις:

(α) οι ΑΠΕ και οι απαραίτητες αποθηκευτικές υποδομές να πλησιάζουν, μαζί με τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, τα 70 έως 80% της ηλεκτρικής ζήτησης και

 (β) σαφές οικονομικό πλεονέκτημα του φυσικού αερίου, σε συνθήκες ομαλής τροφοδοσίες με φυσιολογικές τιμές.

Συνιστάται πάντως η διατήρηση των ορυχείων στον απαιτούμενο βαθμό για την αξιοποίηση του λιγνίτη με αεριοποίηση.

Από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας  εξαγγέλεται ότι η δυναμικότητα της χώρας σε ΑΠΕ, που σήμερα ανέρχεται σε 10 GW, θα τριπλασιαστεί σχεδόν μέχρι το 2030. Πιο συγκεκριμένα, από το Δεκαετές Πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ για την Ανάπτυξη του Συστήματος Μεταφοράς (2021, σελίς 39) προκύπτει ότι έχουν ήδη χορηγηθεί Άδειες Παραγωγής και Βεβαιώσεις Παραγωγού για έργα ΑΠΕ, περί τα 38,5 GW σε όλη τη χώρα. Αυτές οι Άδειες αφορούν κυρίως Αιολικά Πάρκα και Φωτοβολταϊκούς Σταθμούς. Στο δεκαετές πρόγραμμα του ΑΔΜΗΕ επίσης τονίζεται ότι «ο στόχος μαζικής διείσδυσης ΑΠΕ θα απαιτήσει σημαντική ενίσχυση των συστημάτων μεταφοράς και ιδιαίτερα των διασυνδέσεών τους. Στόχος του Συστήματος στα επόμενα χρόνια θα είναι η εξυπηρέτηση της ανάγκης μεγάλης διείσδυσης ΑΠΕ. Στο πλαίσιο του ΕΣΕΚ προβλέπεται η αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ τουλάχιστον στο 35% της συνολικής κατανάλωσης της ενέργειας. Στο στόχο αυτό κομβικός είναι ο ρόλος που μπορούν να αποκτήσουν τα συστήματα αποθήκευσης».

Με μέσο συντελεστή απόδοσης 25% και εφόσον λειτουργήσουν στο σύνολό τους οι αδειοδοτημένες μονάδες, αναμένεται ότι η συνολική παραγωγή από τις ΑΠΕ και μόνο θα είναι 84,3 TWh κατά πολύ υψηλότερη από τις εκτιμήσεις της ζήτησης που εκτιμάται σε 65 TWh το 2030, όπως φαίνεται από το διάγραμμα.

Chart, line chart</p>
<p>Description automatically generated

Προβλέψεις εξέλιξης της συνολικής καθαρής ζήτησης κατά την περίοδο 2020-2030 (ΑΔΜΗΕ, 2019).

Με αυτές τις προοπτικές πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και χάρις στο διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό δίκτυο η Χώρα μας, ευνοημένη από τη φύση, θα μπορεί να εξαγάγει ενέργεια. Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να διερευνηθεί η σκοπιμότητα εγκατάστασης μιας πυρηνικής μονάδας ηλεκτροπαραγωγής.

Η νέα μονάδα Πτολεμαΐδα 5 θα μπορούσε να διατηρηθεί ως λιγνιτική και μετά το 2028, τόσο ως εφεδρική για να συμβάλλει στην ενεργειακή ασφάλεια και στη κάλυψη των εποχιακών διακυμάνσεων των ΑΠΕ, όσο και ως πιλοτική-ερευνητική για να αξιοποιήσει αναμενόμενες τεχνολογικές εξελίξεις.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κάλυψη της ηλεκτρικής παραγωγής με ΑΠΕ δεν εξαντλεί το ενεργειακό πρόβλημα , διότι οι τομείς κλιματισμού και μεταφορών ακολουθούν με χρονική υστέρηση, όπως φαίνεται από το διάγραμμα συμμετοχής των ΑΠΕ στη Γερμανία. Υπόψιν ότι στη Γερμανία η ενεργειακή στροφή προς τις ΑΠΕ άρχισε πριν δύο δεκαετίες περίπου και το 2021 κάλυψαν 19,7%  του συνόλου των ενεργειακών αναγκών. Στην ηλεκτρική παραγωγή οι ΑΠΕ κάλυψαν 41,1% και συνέβαλαν περισσότερο από το σύνολο ορυκτών καυσίμων, με τις ανεμογεννήτριες να επικρατούν στις ΑΠΕ.

A picture containing chart</p>
<p>Description automatically generated

Συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στη Γερμανία

Από τα προηγούμενα είναι φανερό ότι οι λιγνιτικοί ΑΗΣ είναι ανταγωνιστικοί στη μεταβατική περίοδο διότι συντρέχουν δύο προϋποθέσεις (α) υψηλές τιμές φυσικού αερίου και (β) προσωρινή υστέρηση στην ανάπτυξη ΑΠΕ. Εφόσον οι επενδύσεις ΑΠΕ συνεχιστούν με κανονικούς ρυθμούς μέχρι το 2030 θα έχουν στενέψει πολύ τα περιθώρια εσωτερικής κατανάλωσης για το φυσικό αέριο και πολύ περισσότερο για το λιγνίτη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της BP και άλλων πετρελαιοπαραγωγών η ζήτηση φυσικού αερίου θα συνεχίσει να αυξάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας.

Με τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς παραμένουν  τεράστια αποθέματα ορυκτού άνθρακα αναξιοποίητα και τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ενταθεί οι έρευνες για την αξιοποίησή τους με αεριοποίηση για την παραγωγή υδρογόνου ή χημικών προϊόντων. Παρά το γεγονός ότι η αεριοποίηση είναι μια ώριμη και εδραιωμένη τεχνολογία πρέπει να επιλυθούν πολλά τεχνικά ζητήματα.

Έχει προηγηθεί πρόταση για την αξιοποίηση του λιγνίτη Μεγαλόπολης για την παραγωγή υδρογόνου με αεριοποίηση. Δεν θα πρέπει επομένως να βιαστούμε και να θεωρήσουμε το λιγνίτη «τελειωμένο». Στην ίδια κατεύθυνση γίνονται σημαντικές έρευνες από την Ιαπωνία και την Αυστραλία.

Ασφαλώς, με ορθολογικότερο ενεργειακό προγραμματισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και με επενδύσεις της ΔΕΗ από το 2000 προς τις ΑΠΕ, καθώς και το λιγνίτη, θα είχαμε μετριάσει τη τρέχουσα ενεργειακή ακρίβεια και τις υπερβολικές επιδοτήσεις της κατανάλωσης. Χωρίς το κενό επενδύσεων δεν θα χρειαζόντουσαν σήμερα οι αναγκαίες μεν, αλλά αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις.

Η εικόνα που έχουμε κατά νου ως ενεργειακό πλαίσιο είναι η τρέχουσα εξέλιξη της Ελλάδας σε πεδίο διακίνησης φυσικού αερίου που θα μπορούσε να ενισχυθεί με την πιθανή ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην Ελληνική ΑΟΖ. Είναι όμως ζήτημα χρόνου πιστεύουμε να γίνει το μεγάλο βήμα και η Ελλάδα να αναδειχθεί σε διηπειρωτικό ενεργειακό ομφαλό με τις διασυνοριακές και κυρίως με τις διηπειρωτικές ηλεκτρικές διασυνδέσεις που σχεδιάζει ο ΑΔΜΗΕ. Και το πιστεύουμε αυτό κυρίως γιατί  είναι προς το συμφέρον της ελλειμματικής σε ενεργειακούς πόρους Ευρώπης. Η μεταφορά ανανεώσιμης ενέργειας σε μεγάλες αποστάσεις με συνεχές ρεύμα υψηλής τάσης (HVDC), με επίγειες ή θαλάσσιες γραμμές, θεωρείται σήμερα δοκιμασμένη τεχνολογία σε εξέλιξη.

* Ο κ. Ευστάθιος Χιώτης είναι Δρ. Μεταλλειολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, Μηχανικός Πετρελαίων Imperial College, πρώην διευθυντής στη Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίων και στο Ινστιτούτο Γεωλογίας και Ερευνών Υπεδάφους.

https://independent.academia.edu/Chiotis

https://www.researchgate.net/profile/Eustathios_Chiotis

https://energypress.gr/search?keywords=%CE%A7%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82&sort_bef_combine=published_at+DESC&sort_bef_combine=published_at+DESC