Λίγο πριν η άνοιξη κάνει για τα καλά την εμφάνισή της, όλη η Ελλάδα ετοιμάζεται για το χρωματιστό ξεφάντωμα της Αποκριάς. Από άκρη σε άκρη της χώρας, έθιμα, μασκαράδες, άρματα και κουδουνάτοι ξεχωρίζουν για την αστείρευτη διάθεση για διασκέδαση, προσφέροντας αξέχαστες εμπειρίες και συγκινήσεις.
Ένα τέτοιο κλίμα συναντά κανείς και στην Κοζάνη. Παρά το κρύο που ακόμα καλά κρατεί στη Δυτική Μακεδονία, οι Κοζανίτες ξεφαντώνουν χάρη σε ένα αλλιώτικο είδος Αποκριάς, γνωστό ως Φανοί. Με ρίζες που χάνονται στα βάθη των αιώνων, οι Φανοί της Κοζάνης αποτελούν ένα ξεφάντωμα με ατέλειωτο χορό, φαγητό και ποτό μέχρι τα ξημερώματα. Ξύλα στημένα σε σωρούς σε πολλές γωνιές της πόλης περιμένουν τους θαμώνες τους να γιορτάσουν με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο.
Φανός σημαίνει φανερός, φωτεινός. Μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, οι τεράστιες φωτιές με τις ζωηρές φλόγες που ξεπηδούν συμβολίζουν τον εξαγνισμό από τη «βαρύτητα» του χειμώνα και την έλευση του φωτός ξανά στη γη. Μάλιστα, οι λαογράφοι πιστεύουν ότι οι κοζανίτικοι Φανοί αποτελούν συνέχεια των αρχαίων Σατουρναλίων, μιας μεγάλης ρωμαϊκής γιορτής αφιερωμένης στον θεό Κρόνο, που τελούνταν τον Δεκέμβριο και συνδεόταν με τελετουργίες ανατροπής της κοινωνικής τάξης και εορτασμού. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως η κοζανίτικη Αποκριά δεν είναι γεμάτη ζωηρές βαλκανικές παραδόσεις που επιβίωσαν στην περιοχή με το πέρασμα των αιώνων.
Κάθε Κυριακή της Μεγάλης Αποκριάς, οι πρωτομάστορες κάθε Φανού αναλαμβάνουν τη διοργάνωση του Φανού στη γειτονιά τους. Ξύλα, μουσική, μεζέδες και οτιδήποτε κρίνεται απαραίτητο για μια βραδιά γεμάτη ξεφάντωμα περνούν πρώτα από την έγκριση του υπεύθυνου και στη συνέχεια ξεκινά η προετοιμασία. Η συνταγή για έναν επιτυχημένο Φανό είναι απλή. Καλή διάθεση, οργανωτικότητα και εθελοντική προσφορά εξασφαλίζουν μια αποκριάτικη βραδιά που δύσκολα συναντά κανείς αλλού στην Ελλάδα.
Όταν ανάβουν οι Φανοί, μικροί και μεγάλοι ξεχύνονται στους δρόμους της Κοζάνης, συναντούν γνωστούς και φίλους, ενώ ο κόσμος μετακινείται από γειτονιά σε γειτονιά, σε προκαθορισμένα σημεία, για να ζεσταθεί στη φωτιά του Φανού και να πιει από το κρασί που προσφέρεται σε όλους. Τραγούδι, κιχιά και άφθονο κρασί πλημμυρίζουν τους δρόμους, μετατρέποντας ολόκληρη την πόλη σε ένα ζωντανό αποκριάτικο γλέντι, ανοιχτό σε κάθε περαστικό.
Τα σημεία των Φανών είναι γνωστά εκ των προτέρων και συνδέονται διαχρονικά με συγκεκριμένες γειτονιές. Ίσως αυτό είναι που κάνει την εκδήλωση να ξεχωρίζει από άλλα καρναβάλια στην Ελλάδα, καθώς στους Φανούς οι φωτιές καίνε αδιάκοπα και παραμένουν αναμμένες καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, με μόνο τις απαραίτητες παρεμβάσεις, ώστε να διατηρούνται η ένταση του δρωμένου και η ζέστη μέσα στο τσουχτερό κρύο.
Τι συμβαίνει, όμως, με τα τραγούδια των Φανών; Όσο περνά η ώρα και οι φλόγες δυναμώνουν, ο κόσμος αρχίζει να τραγουδά τα παραδοσιακά τραγούδια του Φανού και η ατμόσφαιρα αλλάζει. Αν τα πρώτα τραγούδια αντλούν έμπνευση από την αγάπη, τη φύση και την κοινωνική σάτιρα, τα επόμενα αποκτούν πιο τολμηρό χαρακτήρα, με σκωπτικούς στίχους και πονηρά υπονοούμενα που σπινθηρίζουν μέσα στη νύχτα και τραβούν αμέσως την προσοχή των παρευρισκομένων.
Στο τραγούδι των Φανών κεντρικός είναι ο ρόλος του κορυφαίου τραγουδιστή. Γύρω από τη φωτιά σχηματίζεται ένας κύκλος σωμάτων και φωνών. Εκείνος ξεκινά τον στίχο και οι υπόλοιποι απαντούν, επαναλαμβάνοντας ρυθμικά τα λόγια του και χτυπώντας παλαμάκια στον ίδιο ρυθμό. Οι φλόγες φωτίζουν πρόσωπα και σκιές, ενώ η νύχτα γεμίζει τραγούδι, γέλια και τη μυρωδιά του φαγητού. Η βραδιά κυλά γρήγορα, σχεδόν ανεπαίσθητα, αφήνοντας πίσω της έντονες εικόνες και αναμνήσεις.










































