Σήμερα, αγαπητοί μου, τέταρτη Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας επιτελεί και προβάλλει τη μνήμη του Οσίου Ιωάννη συγγραφέα του ασκητικού βιβλίου που ονομάζεται «Κλίμαξ», ο οποίος σε αυτό μας μιλάει για τις αρετές και την επίτευξή τους υπό μορφή κλίμακος, δηλαδή σκάλας.
Ο Άγιος Ιωάννης έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στο Όρος Σινά από την ηλικία των 16 ετών. Αφού μαθήτεψε σε σπουδαίο Γέροντα, ψηφίστηκε από τους Μοναχούς Ηγούμενος του Σινά και παρέμεινε μέχρι και την ηλικία των 70 χρόνων που κοιμήθηκε. Το έργο του η «Κλίμαξ», αποτελείται από 30 λόγους, σαν «σκαλοπάτια», όσα και τα χρόνια της επίγειας ζωής του Χριστού πριν τη δημόσια δράση Του. Σε κάθε σκαλοπάτι θέτει και από μία αρετή στην οποία καλείται να φτάσει ο πιστός, με τοποθετημένες στο ανώτερο σκαλί την αγάπη, την ελπίδα και την πίστη στον Θεό, στις οποίες καλείται να ανέλθει αυτός που πέτυχε την τελειότητα.
Δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που αφορά μόνο τους μοναχούς αν και γράφτηκε γι’ αυτούς· είναι ένας οδηγός για κάθε πιστό που επιθυμεί να πολεμήσει τα πάθη του και να πλησιάσει τον Θεό, καθώς όλη μας η άσκηση δεν έχει νόημα αν δεν καταλήγει στην έμπρακτη αγάπη, ελπίδα και πίστη προς τον Θεό. Και μας υπενθυμίζει πως η πνευματική ζωή δεν είναι μια στάσιμη κατάσταση, αλλά μια σταδιακή ανάβαση, μια κλίμακα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.
Το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει στους πρόποδες του Όρους Θαβώρ, αμέσως μετά το γεγονός της Μεταμορφώσεως. Εκεί εκτυλίσσεται μια συγκλονιστική σκηνή: Ένας απελπισμένος πατέρας ζητά τη θεραπεία του δαιμονισμένου, κωφάλαλου γιου του. Ο πατέρας του παιδιού, μετά και την αποτυχία των Αποστόλων να εκβάλουν το δαιμόνιο από τον γιο του, πλησιάζει τον Χριστό. Όταν ο Χριστός του λέει πως «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι», όλα είναι δυνατά, δηλαδή, σε αυτόν που πιστεύει, εκείνος ξεσπά σε δάκρυα και ομολογεί με ειλικρίνεια και ταυτόχρονα ικετεύει, απαντώντας Του: «Πιστεύω, Κύριε· βοήθα με στην απιστία μου».
Αυτή η φράση είναι η καρδιά του σημερινού Ευαγγελίου, το κλειδί για τη δική μας πνευματική πορεία: Ο πατέρας καταθέτει στον Κύριο την εσωτερική του πάλη. Αναγνωρίζει ότι η πίστη του δοκιμάζεται και ζητά από τον Θεό να τη δυναμώσει.
Η απιστία είναι κατά τον Άγιο Ιωάννη «το τείχος που εμποδίζει τη χάρη του Θεού να ενεργήσει». Τοποθετεί ο Όσιος την πίστη στην κορυφή της πνευματικής διαδρομής, θεωρώντας την μαζί με την αγάπη και την ελπίδα, ως μία από τις τρεις θεμελιώδεις αρετές που συνδέουν όλες τις υπόλοιπες. Ο Άγιος τονίζει ότι η πίστη είναι η κρήνη, δηλαδή η πηγή που, συνδυασμένη με την υπομονή και την ταπεινοφροσύνη, βοηθά στην εκρίζωση των παθών, ώστε να φτάσει κανείς στην τέλεια Αγάπη. Όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να αντιμετωπίσει το κακό βασιζόμενος μόνο στις δικές του δυνάμεις, ή σε μια τυπική θρησκευτικότητα, η αποτυχία είναι προδιαγεγραμμένη. Ο Θεός όμως δεν ζητά από εμάς μια πίστη χωρίς αμφιβολίες, αλλά την πίστη που έχει την ειλικρίνεια να ζητά βοήθεια για τα κενά της.
Όταν οι μαθητές, απορημένοι που οι ίδιοι δεν τα κατάφεραν ενώ ενεργούσαν άλλες θεραπείες σε όσους προσέφευγαν σε αυτούς, ρώτησαν τον Κύριο σε τι οφείλεται η αποτυχία τους, έλαβαν την απάντηση ότι χρειάζονται η προσευχή και η νηστεία σε αυτόν που θέλει να διώξει τα δαιμόνια. Τα δαιμόνια αλήθεια, πρέπει να τα αναζητήσουμε μέσα μας κι όχι γύρω μας, και μάλιστα όχι στους διπλανούς μας. Και σχετίζονται με τα πάθη των ψυχών μας και κυρίως με τον εγωισμό που αποτελεί εμπόδιο στη βίωση της πίστης. Το Γεροντικό περιγράφει πως όταν ο διάβολος εμφανίστηκε σε κάποιον Μοναχό ο οποίος θεωρούσε τον εαυτό του άγιο, του ομολόγησε ότι μπορεί να μιμηθεί τους μοναχούς στη νηστεία (γιατί δεν τρώει), στην αγρυπνία (γιατί δεν κοιμάται), αλλά δεν μπορεί επουδενί να αποκτήσει την ταπείνωση.
Χρειάζεται, αλήθεια, καθημερινός αγώνας, βήμα-βήμα, ενάντια στα πάθη, καθώς κανείς δεν φτάνει στην κορυφή με ένα άλμα. Χρειάζεται υπομονή, επιμονή και ταπεινότητα σε κάθε βήμα. Η υπερηφάνεια και η υπερβολική πίστη στον εαυτό μας, ως υποκατάστατο της πίστης προς τον Θεό είναι τα εμπόδια που θέτουμε στους εαυτούς μας, σαμποτάροντας ό,τι καλό επιτυγχάνουμε στην εν Χριστώ ζωή.
Η σημερινή Κυριακή λοιπόν μας καλεί σε μια ειλικρινή αυτοκριτική. Μήπως η πίστη μας είναι επιφανειακή; Μήπως η νηστεία μας είναι τυπική; Σε ποιο σκαλοπάτι της πνευματικής ζωής βρισκόμαστε; Μήπως σταματήσαμε να ανεβαίνουμε; Ακόμα χειρότερα, μήπως κατεβαίνουμε; Μήπως η πίστη μας χρειάζεται την ενίσχυση που ζήτησε ο πατέρας του Ευαγγελίου;
Ας μιμηθούμε λοιπόν αυτόν τον πατέρα. Ας προσέλθουμε στον Χριστό με ταπεινότητα, ζητώντας Του να συμπληρώσει τα ελλείμματά μας. Ο δρόμος προς το Πάσχα και την Ανάσταση περνά μέσα από την ελπίδα ότι Εκείνος μπορεί να μας σώσει, μέσα από την αγάπη για τις ευεργεσίες του και μέσα από την Πίστη ότι όσο αδύνατο κι αν φαίνεται «είμαστε από την Παναγάπη του καταδικασμένοι να σωθούμε», όπως έλεγε ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.
Αυτές τις ημέρες, να ζητούμε από τον Χριστό τη βοήθεια όχι μονάχα για τους εαυτούς μας, όχι μονάχα για τους οικείους μας, αλλά για όλο τον κόσμο, ιδιαίτερα για εκείνους οι οποίοι δοκιμάζονται με πολέμους, με θλίψεις και ασθένειες. Και θα πρέπει πάντοτε να εκζητούμε από τον Κύριό μας το άπειρο έλεός Του. Ας εντείνουμε τον αγώνα μας στην προσευχή και τη νηστεία, όχι ως καταναγκασμό, αλλά ως το μοναδικό μέσο για να ελευθερωθούμε από τα δεσμά του «πονηρού» και να αξιωθούμε να δούμε το φως της Αναστάσεως.
Αμήν.








































