Υπάρχουν επιχειρήσεις που περνούν απαρατήρητες και υπάρχουν και εκείνες που αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία μιας πόλης. Στην περίπτωση της Κοζάνης, το «Ανάκτορο» και το «Βαρεκλάδικο» ανήκουν αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Για πολλούς αποτέλεσαν κάτι περισσότερο από χώρους διασκέδασης. Ήταν σημεία συνάντησης, χώροι γνωριμιών, φιλιών και αναμνήσεων που συνοδεύουν μέχρι σήμερα μια ολόκληρη γενιά. Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με αυτά τα δύο ιστορικά στέκια, ο Αναστάσιος Νεφελούδης, μίλησε την Τετάρτη 8/7 στο kozan.gr, ανοίγοντας ένα μεγάλο κεφάλαιο αναμνήσεων, αλλά και καταθέτοντας τη δική του ματιά για το πώς άλλαξε η εστίαση, η διασκέδαση και η ίδια η Κοζάνη. Η σχέση του με την εστίαση ξεκίνησε πολύ πριν γίνει επιχειρηματίας. Μαθητής ακόμη στο τεχνικό σχολείο, εργαζόταν στην ιστορική καφετέρια GT, δίπλα στην Ολυμπιακή, στην πιάτσα των ταξί. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν – όπως θυμάται – τα καλά μαγαζιά ήταν γεμάτα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εκεί έμαθε την αξία της δουλειάς και της σωστής εξυπηρέτησης, δίπλα σε ανθρώπους που γνώριζαν την εστίαση από μέσα. Από εκείνη την εμπειρία γεννήθηκε σταδιακά η επιθυμία να δημιουργήσει κάτι δικό του. Έτσι ήρθε το «Ανάκτορο», ένα μαγαζί που έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για τη νεολαία της εποχής. Όπως εξηγεί, από την πρώτη κιόλας ημέρα η προσέλευση του κόσμου ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Παρότι υπήρχε άγχος και έγιναν λάθη, η ανταπόκριση ήταν εντυπωσιακή. Το κοινό του «Ανακτόρου» ήταν κυρίως νέοι, φοιτητές κι άνθρωποι ηλικίας έως 30-35 ετών. Μαζί με το «Express και το «Σούσουρο» αποτέλεσαν τα μαγαζιά που διαμόρφωσαν τη νεανική διασκέδαση της Κοζάνης εκείνης της περιόδου. Ιδιαίτερη σημασία είχε και η μουσική. Ο Νεφελούδης θυμάται ότι επέμενε να υπάρχει ένα διαφορετικό μουσικό ύφος, συνδυάζοντας ξένες επιτυχίες με επιλεγμένα ελληνικά τραγούδια, σε μια εποχή που ο μουσικός προσανατολισμός ενός καταστήματος καθόριζε σε μεγάλο βαθμό και το κοινό του. Το «Ανάκτορο» λειτούργησε περίπου μία δεκαετία. Ωστόσο, ο ίδιος άρχισε να διακρίνει έγκαιρα ότι η αγορά άλλαζε. Η κούραση από τα συνεχή νυχτερινά ωράρια συνδυάστηκε με την αίσθηση ότι η περίοδος της μεγάλης ανάπτυξης έφτανε στο τέλος της. Όπως αναφέρει, πίστευε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 ότι η οικονομική κρίση θα επηρέαζε αναπόφευκτα και την αγορά της εστίασης.
Πως βγήκε τ’ όνομα «Ανάκτορο» – Ο Νεφελούδης εξηγεί ότι το όνομα προέκυψε όταν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη για να αγοράσει φωτιστικά.
Το «Βαρεκλάδικο», δημιούργημά του, ένα ακόμη μαγαζί που άφησε τη δική του ιστορία. Ακόμη και η ονομασία του έχει τη δική της ενδιαφέρουσα διαδρομή την οποία κι εξηγεί. Παρά την επιτυχία, ο Νεφελούδης αποφάσισε ύστερα από τρία χρόνια να αποχωρήσει. Όπως εξηγεί, η συνεχής νυχτερινή εργασία είχε πλέον κουράσει έναν άνθρωπο που εργαζόταν από παιδί. «Ακόμη και στις διακοπές, το μυαλό μου ήταν στο μαγαζί», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την πίεση και την ευθύνη που συνοδεύει τον χώρο της εστίασης. Στη συνέχεια άλλαξε επαγγελματική πορεία, επιλέγοντας να εργαστεί ως ιδιοκτήτης ταξί, αφήνοντας πίσω του μια πορεία που είχε ήδη γράψει τη δική της ιστορία στην τοπική νυχτερινή ζωή. Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στο παρελθόν. Ο Αναστάσιος Νεφελούδης έκανε και τη σύγκριση με τη σημερινή εικόνα της Κοζάνης. Περιγράφει μια πόλη που, όπως λέει, του θυμίζει περισσότερο τις αρχές της δεκαετίας του ’80, πριν από την περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης. Δηλώνει στενοχωρημένος από τη σημερινή κατάσταση της αγοράς και εμφανίζεται απαισιόδοξος για το αν οι εξαγγελίες και οι επενδύσεις που συζητούνται μπορούν από μόνες τους να αλλάξουν την πορεία της περιοχής. Παρά την απαισιοδοξία του για το μέλλον, όταν μιλά για το «Ανάκτορο» και το «Βαρεκλάδικο», το πρόσωπό του φωτίζεται.
Πώς βγήκε το όνομα «Βαρεκλάδικο» – Ο Νεφελούδης λέει ότι τότε είχαν αρχίσει να ανοίγουν στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη τα πρώτα Βαρελάδικα – Οι συζητήσεις στην Αθήνα, η πινακίδα και το μικρό δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι
Η πιο παράξενη κούρσα της ζωής του, όταν έγινε ιδιοκτήτης ταξί – Ο επιβάτης που δεν κατέβαινε από το ταξί
















































