Η Εκκλησία θεωρεί κεφαλαιώδες το περί μετανοίας κήρυγμα. Συνάγεται αυτό από τους λόγους τόσο του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου όσο και από τους λόγους του Χριστού. Υπάρχει στην ελληνική γλώσσα όρος θεωρούμενος παραπλήσιος, η μεταμέλεια. Αυτός είναι σε χρήση στην κοσμική δικαιοσύνη, στον ποινικό κώδικα. Η μεταμέλεια του ενόχου αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικό με συνέπεια τη μείωση της ποινής. Η διαφορά των δύο όρων είναι σημαντική. Η πρώτη, που είναι σε χρήση στη θεολογική γλώσσα σημαίνει λήψη σημαντικής απόφασης για αλλαγή τρόπου βίου υπό την σε βάθος συναίσθηση της αμαρτίας, δηλαδή της παρακοής στο θέλημα του Θεού. Μεταμέλεια είναι συναίσθηση και αναγνώριση του σφάλματος σε συγκεκριμένη ενέργεια,, καταδικαστέα από γραπτούς και άγραφους νόμους. Λείπει στη δεύτερη περίπτωση η σε βάθος ενδοσκόπηση και η απόφαση ριζικής αλλαγής τρόπου βίου.

               Ο περί μετανοίας λόγος τείνει να εξοβελιστεί ακόμη και από τα εντός των ναών κηρύγματα υπό την επήρεια της εκκοσμίκευσης, που πλήττει ακόμη και το εκκλησιαστικό σώμα. Στα πλαίσια της αποδοχής απόψεων που ισχύουν στον χώρο της πολιτικής, αυτών που θεωρούνται ως «πολιτικώς ορθά», αποφεύγεται συν τω χρόνω η υπόμνηση της ανάγκης μετάνοιας. Βέβαια υπάρχει στο θέμα αυτό ένα ιδιαίτερα λεπτό σημείο. Κάποιοι θεωρούν τα κακά που συμβαίνουν ως τιμωρία από πλευράς του Θεού για την αμετανοησία μας. Η ερμηνεία αυτή προκαλεί τη θυμηδία στους κριτικά ή εχθρικά ιστάμενους έναντι της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο Θεός της αγάπης; Και αν υπάρχει, δεν βλέπει την τραγωδία δισεκατομμυρίων συνανθρώπων μας, που υποφέρουν τα πάνδεινα εξ αιτίας της απληστίας ολιγίστων απλήστων; Ο Θεός είναι όντως Θεός αγάπης και όχι τιμωρός. Οι άνθρωποι ή τιμωρούνται από άλλους ανθρώπους, που βιώνουν εναντιούμενοι στο θέλημα του Θεού ή αυτοτιμωρούνται, καθώς έχουν απαξιώσει τη θεία Χάρη.

               Η Εκκλησία έχει θεσπίσει οι περίοδοι προπαρασκευής για τις μεγάλες γιορτές να είναι περίοδοι, κατά τις οποίες καλούμαστε σε μετάνοια. Γι’ αυτό έχει επιλέξει σημαντικές περικοπές ως ευαγγελικά αναγνώσματα κατά τις Κυριακές του Τριωδίου. Η περίοδος αυτή ανοίγει με την περικοπή του τελώνη και του Φαρισαίου. Πολλοί απ’ αυτούς που εκκλησιαζόμαστε έχουμε την ψευδαίσθηση ότι δεν μας αφορά προσωπικά, καθώς δεν εμβαθύνουμε, για να δούμε αν προσεγγίζουμε έναν από τους δύο τύπους, ιδίως τον δεύτερο. Η υποκρισία και η υπερηφάνεια στηλιτεύθηκαν ιδιαίτερα από τον Ιησού Χριστό. Και ο κόσμος διαχρονικά υποφέρει από την πληθώρα των ανθρώπων που κυριευόμαστε από τα δύο αυτά πάθη. Και για τους βιώνοντες μακριά από την Εκκλησία, αυτό είναι αναπόφευκτο, καθώς «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται» (Ντοστογιέφσκι). Το να κυριεύονται όμως μέλη της Εκκλησίας από τα πάθη αυτά είναι άκρως θλιβερό, καθώς δίνουν αφορμές να πλήττεται η Εκκλησία και όχι μόνο τα ίδια από τις επικρίσεις, εμπαθείς πολλές φορές, προσώπων που αναζητούν αφορμές. Πάντως η δικαίωση του ταπεινού τελώνη από τον Θεό είναι συγκλονιστική και σε θέση να οδηγήσει σε μετάνοια τον οποιοδήποτε αμαρτωλό θα την αναγνώσει με αίσθηση των ενοχών και εναγώνια την αναζήτηση λύτρωσης. Η με τη μετάνοια διαγραφή των αμαρτιών από μέρους του Θεού είναι το πλέον χαροποιό μήνυμα προς τους ανθρώπους. Πρότυπο διαχρονικό προβάλλει ο ληστής ο συσταυρωμένος, για τη σωτηρία του οποίου ήταν αρκετό το «μνήσθητι». Αυτό βέβαια σκανδαλίζει πολλούς που σκέπτονται με βάση τη δικαιοσύνη του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ο Χριστός μας βοήθησε να ξεπεράσουμε την ανθρώπινη αδυναμία με τη θαυμάσια παραβολή των εργατών του αμπελώνος. Η αμοιβή δεν εξαρτάται από τη χρονική διάρκεια της εργασίας στον αμπελώνα του Θεού.

               Κατά τη δεύτερη  Κυριακή η Εκκλησία έχει θεσπίσει να ακούγεται η περικοπή της παραβολής του ασώτου. Και αυτή παρεξηγείται από αυτούς που κατ’ έτος την ακούν. Ο τύπος του ασώτου φαντάζει απόμακρος. Το πολύ να σκεφτούμε: Τί κρίμα που δεν την ακούν οι όντως άσωτοι! Και όμως διαχρονικά την άκουσαν πολλοί και όχι απλά μετανόησαν, αλλά έγιναν άγιοι της Εκκλησίας. Και πληθώρα συνανθρώπων μας που ικανοποιούνται σήμερα με τα «ξυλοκέρατα»  της «απελευθέρωσης από τη δουλεία του Θεού» ίσως σε κάποια φάση του βίου λάβουν την απόφαση να επιστρέψουν στην οικία του Πατέρα. Και βέβαια αυτή η απόφαση δεν είναι απόρροια προγραμματισμού. Εμείς όμως που την ακούμε διανοηθήκαμε, αν συντασσόμαστε με τον μεγάλο γυιό, που οργίστηκε για την απόφαση του Πατέρα; Άτεγκτοι και κραδαίνοντες κεραυνούς τιμωρίας, κατά το πρότυπο του Δία των προγόνων μας, μήπως με τη στάση βίου χωρίς να το συνειδητοποιούμε επικρίνουμε τον φιλεύσπλαχνο Πατέρα για την υποδοχή του ασώτου; Μήπως εμμέσως απαξιώνουμε τη σταυρική θυσία εμμένοντες στην προβολή της ανθρώπινης δικαιοσύνης ως υπέρτερης της δικαιοσύνης του Θεού;

               Ο άσωτος δεν προέβη σε κίνηση σκοπιμότητας υπό το βάρος των συνθηκών διαβίωσής του. Επέστρεψε χωρίς να προβάλει απαίτηση υποδοχής γυιού. Του αρκούσε η θέση κάποιου εργάτη. Και ο Πατέρας του επιφύλαξε ανεπανάληπτη υποδοχή! Στην εποχή μας υπό την επήρεια της προτεσταντικής ηθικής ως άσωτο αναγνωρίζουμε αυτόν που κατέφαγε τον πλούτο με τις πόρνες. Και θέτουμε εκτός οπτικού πεδίου πληθώρα άλλων ασώτων, όπως του Ζακχαίου και των διαχρονικά ολετήρων της ανθρωπότητας φιλοδόξων και φιλαργύρων. Η φιληδονία συμπληρώνει το τρίπτυχο των παθών που απορρέουν από τον εγωισμό. Η καύχηση για «απελευθέρωση από τη δουλεία του Θεού» συγκαλύπτει την οδύνη για την υποδούλωση σε πάθη φοβερά, ανθρωποκτόνα. Είναι εκπληκτικό να γραφεί από έναν άθεο: «Στην καρδιά της άρνησης και του μηδενισμού το έγκλημα κατέχει προνομιούχα θέση» (Αλμπέρ Καμύ). Και βέβαια έγκλημα δεν είναι μόνο η αφαίρεση ζωής. Και γράφει ό ίδιος ότι στη Νυρεμβέργη «…η ιστορική ευθύνη του δυτικού μηδενισμού ήταν το μόνο που δεν συζητήθηκε για ευνόητους λόγους. Δεν μπορείς να διεξαγάγεις μια δίκη διακηρύσσοντας τη γενική ενοχή ενός πολιτισμού. Δίκασαν τις πιο κραυγαλέες στην επιφάνεια του πλανήτη πράξεις».

               Και αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς. Η αμαρτία οδηγεί στην αδικία, στην εκμετάλλευση ανθρώπων εικόνων Θεού, στην αρπαγή, στη λεηλασία, στο βιασμό, στην καταπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και ενώ αναγνωρίζεται ότι όλα αυτά είναι απόρροια της απόκλισης από το θέλημα του Θεού, χλευάζεται η ευαγγελική διδασκαλία και περιφρονείται στο έπακρο ο σωτήρας Χριστός. Και ο νόμος έχει ισχύ μόνο για λίγες κραυγαλέες περιπτώσεις, στις οποίες οι δράστες έχουν υπερβεί τα θεωρούμενα αποδεκτά από την κοινωνία. Όλοι γνωρίζομε ότι μερικές χιλιάδες λυμαίνονται τον πλούτο του πλανήτη οδηγώντας στην εξαθλίωση δισεκατομμύρια συνανθρώπων μας, παραμένοντας στο απυρόβλητο, ως μη άσωτοι! Κάποιοι εναντιούμενοι στην ανθρώπινη αδικία αποσπούν από τον Θεό το δικαίωμα απονομής δικαιοσύνης χλευάζοντας συνάμα τη μέλλουσα κρίση με τα θαυμάσια κριτήρια! Κάποιοι άλλοι επιχειρούν να τους περιβάλλουν με «φωτοστέφανο». Και η κοινωνική αδικία ογκώνεται. Και την περικοπή περί μελλούσης κρίσεως ακούμε κατά χρόνο οι εκκλησιαζόμενοι παραμένοντας όμως με την ψευδαίσθηση ότι πληρούμε όλα τα κριτήρια. Η ψευδαίσθηση εξασφάλισης της σωτηρίας είναι η μεγαλύτερη πλάνη. Είθε ο Θεός να μας λυτρώσει απ’ αυτήν.

                                                                                                         «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»