Αυτό τον καιρό , λίγο πριν το «θέρο» , τελειώναμε σχεδόν το φύτεμα του ΚΑΠΝΟΥ. Η διαδικασία καλιέργειας του καπνού στη Λευκοπηγη οπως και σ όλη σχεδόν την επαρχία της Ελλάδας μέχρι και τη δεκαετία του 1960, ξεκινούσε από τα μέσα του Μαρτη με τη σπορά της «αβραγιάς» (οπως λέγαμε στην περιοχή μας τα φυτά του καπνού ή «χασλαμά» στα Παγγαιοχώρια) στα «τηγάνια» ή «ουτζιάκια» οπως λέγαμε τα φυτώρια και τελείωνε τον ίδιο σχεδόν μήνα της επόμενης χρονιάς , με την πώλησή του καπνού, στους καπνέμπορους…
Διαρκούσε δηλαδη και απασχολούσε τα αγροτικά νοικοκυριά όλο σχεδόν το χρόνο και γίνονταν παράλληλα με τις αλλες αγροτοκτηνοτριφικες εργασίες .! Το μήνα Μαρτη λοιπόν σπέρναμε τον καπνόσπορο σε καποιο «μπαχτσέ» που ειχε κοντά νερό για το πότισμα , αφού πρώτα ετοιμάζαμε και κοπρίζαμε μαζί με στάχτη καλα το έδαφος στα «τηγάνια»-«ουτζιάκια» στα οποία γινόταν η σπορά , που είχαν σχήμα παραλληλόγραμμο με πλάτος σχεδόν ένα μέτρο και μήκος όσο μας χρειάζονταν…
Ανάμεσα στα τηγάνια-ουτζιάκια υπήρχαν διάδρομοι για το συχνό πότισμα , το ξεχορτάριασμα και στο τέλος για το μάζεμα των φυτών για να τα φυτεύσουμε στα καπνοχώραφα. Στη Λευκοπηγη όλη σχεδόν την καλιεργησιμη γη , ανέκαθεν , τη χωρίζαμε σε δυο τμήματα , πάνω και κάτω από το δημόσιο δρόμο Κοζανης-Αιανης , στα οποία κάθε χρόνο αλλάζαμε τις καλλιέργειες. Τη μια χρονιά καλλιεργούσαμε σιτηρά κάτω από το δρόμο , ενω πανω από το δρόμο καλαμπόκια και καπνά και την άλλη χρονιά γίνονταν το αντίθετο για δυο λόγους :
Ο πρώτος λόγος ήταν για να μην «κουράζονται» τα χωράφια συνέχεια με τις ίδιες καλιεργειες και ο δεύτερος για να μπορούν κάποια κοπάδια με γιδοπρόβατα τον Ιούλιο κυριως και λίγο τον Αύγουστο , μετά το θέρισμα των σιτηρων , να κατεβαίνουν να βόσκουν και στις «καλαμιές» χωρίς να κάνουν ζημιά στα καπνά και τα καλαμπόκια κάτω από το άγρυπνο βλέμα των αγροφυλάκων βέβαια… Κι αυτό γινόταν με απόφαση της κοινότητας που λεγόταν «Απόλκι Σαλμά» δηλαδη επέτρεπε την ελεύθερη βοσκή στο τμήμα που θερίστηκαν τα σιτηρά .
Τέτοιου είδους διαδικασίες γίνονταν ανέκαθεν με τη λαϊκή σοφία που διέκρινε τους ανθρωπους στην ύπαιθρο , συγκεράζοντας τα πάντα μέσα απ την ανάγκη…
Ας επανέλθουμε ομως στην ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ.
Παράλληλα με τη σπορά της αβραγιάς-χασλαμά ετοιμάζονταν τα καπνοχώραφα . Τα οποία αφού οργώνονταν καλά με το αλέτρι που το έσερναν είτε ζεύγη βοδιών είτε αλλογομούλαρων , ύστερα σβαρνίζονταν με σιδερένια σβάρνα για να ισιάξει το έδαφος και μετά το χωρίζαμε σε «σπορές» ή «ταχτάδες» , και ήταν έτοιμο λίγο πριν αρχίσει η επίπονη φυτεία του καπνού περί τα τελη Μαΐου…
Επειδή χρειάζονταν πολλά χέρια, συνηθως «σμίγαμε» δυο οκογένειες , αφ ενος μεν για να υπάρχει καλος καταμερισμος εργασιών και για να τελειώνει γρήγορα το ένα χωράφι να πάμε στο άλλο.
Στη Λευκοπηγη η κάθε οικογένεια «έβαζε» κατά μέσο όρο 4-5 στρέμματα καπνά , με ποικιλίες συνηθως «Μπασμά» που ήταν μικροφυλο ή «καμπάκουλακ» με πιο μεγάλο φύλο ή «Μ-1» όλα σε ξηρικά εδάφη ,πολλά από τα οποία ποτίζονταν μετά το 1962 που έγινε το επιφανειακό αρδευτικό.
Μόλις γίνονταν λοιπόν οι αβραγιές-χασλαμάδες μεταφέραμε τα φυτα στο χωράφι , μέσα σε «γαλίκια»-κοφίνια , για το φύτεμα με το συνεργείο που ήταν έτοιμο.!
Από την προηγούμενη μέρα κουβαλούσαμε νερό με τα ζωα από κοντινές πηγές αν υπήρχαν και γεμίζαμε τα μεγάλα μεταλλικά βαρέλια γιατί βυτία δεν είχαμε τότε .
Απο την αρχή της «σποράς»- ταχτά ένα άτομο με στενή τσάπα-«σκεπαρίδα» άνοιγε αυλάκια-«καρίκια» , πίσω του ενα άλλο ικανό άτομο έπαιρνε νερό από τα βαρελια είτε με ποτιστήρι με «σουρούκι» αρχικά , είτε αργότερα με λάστιχο για να ποτίζει το αυλάκι και συγχρονως το ίδιο άτομο άνοιγε τρύπες με το «Μπασκί» για να φυτέψουν πίσω του ,οι γυναικες συνηθως , τα φυτα και τελος ακολουθούσαν αυτοί που σκέπαζαν-γέμιζαν με χώμα τη ρίζα του φυτού .
Κι όταν τελείωνε το φύτεμα στο κάθε χωράφι ευχόμασταν όλοι «καλή ρίζα»..! Μόνο ο ΜπαρμπαΒασιλης ο «Μανιάκας» αστειευόμενος βέβαια εύχονταν «ούτε ρίζα» γιατί σκέφτονταν ότι όλο το καλοκαίρι δε θα μπορουσε να απολαύσει τη δροσιά του ΠΛΑΤΑΝΟΥ..!
Μετά από λιγες μέρες ακολουθούσε το σκάλισμα κι αλοιμονο αν δεν έβρεχε ή σκάλιζες σε κανα χωράφι πετρώδες …
Επειτα μόλις μεγάλωνε λίγο έπρεπε να ραντισεις με σκληρά ως επι το πλείστον φυτοφάρμακα …
Και περί τις αρχες ή τα μέσα Ιουλίου άρχισε το «σπάσιμο» του πατόφυλου και στη συνέχεια και μέχρι τελος Σεπτέμβρη σχεδόν κάθε μέρα «παίρνονταν» όλα τα «χέρια» με το σπάσιμο- μάζεμα των φύλων μέχρι το «ούτσι» στην κορφή του φυτού αφού στέγνωνε πλέον και το λουλούδι με το σπόρο του καπνού…
Για το μάζεμα του καπνού ξυπνούσαμε και πηγαίναμε στο χωράφι κατά τις 3 με 4 η ώρα πολύ πριν το χάραμα για να τελειώσουμε το μάζεμα πριν βγει ο ήλιος , ωστε να μην κολάνε τα φύλα μεταξύ τους και στα χέρια…
Κουβαλωντας το καπνό στο σπίτι το αδειάζαμε από τα γαλίκια-κοφίνια σ ένα σκιερό μερος μέσα ή έξω απ την αυλή κι αφού τρώγαμε λίγο αρχίζαμε το «ραμάτιασμα»-«μπούρλιασμα» με τις βελόνες μέχρι το μεσημέρι και μερικες φορές πηγαιναμε πάλι στο χωράφι για μάζεμα αργά το απόγευμα, όταν δεν έκανε πολύ ζέστη.
Συγχρονως με το ραμάτιασμα μόλις γέμιζαν οι αρμαθιές τις κρεμούσαμε στις ξύλινες «γιλιάστρες»-«σκελε» τις οποίες στήναμε σε προσηλιακά μέρη για να στεγνώσει το καπνό .
Μετά το στέγνωμα μαζεύαμε τις αρμαθιες σε «φούντες» τις οποιες κρεμούσαμε σε γριντιές στις αποθήκες και στα σπίτια μέχρι ναρθει το Φθινόπωρο με τις υγρές μέρες , για να μαλακώσει και να δέσουμε το καπνό σε «ντόγκες»-«αρματόδεμα» , αφού το καθαρίζαμε πρώτα από τυχόν χαλασμένα φύλα για να το βρει καθαρό ο καπνομεσίτης για να το βάλει σε καλή κατηγορία ναχουμε καλή τιμή από τον καπνέμπορα.
Αυτή η διαδικασία του δεσίματος σε δέμα-ντόγκα κρατούσε σ εμας μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου. Διότι στα χωριά των Σερρών , της Καβάλας τη Ξανθης και της Κομοτηνής οπου καλλιεργούσαν αρωματικά φυτα , τα διάλεγαν όλο το Φθινόπωρο και το χειμώνα φυλο-φυλο και τα κάνανε «παστάλι» γι αυτό είχαν και πολύ μεγαλύτερη τιμή από τα δικά μας καπνά.
Παντού ομως μικροί-μεγάλοι , είχαμε την ίδια αγωνία για την τιμή που θα δώσουν οι καπνεμποροι γιατί οι ανάγκες ήταν μεγαλες στις πολύ δυσκολες συνθηκες που ζούσαμε και..από την πολιτεία δεν περιμέναμε καμια απολυτως βοήθεια…
Θυμαμαι σαν τώρα το συμπαθέστατο μπαρμπαΣωτήρη Βαντσιώτη τον καπνομεσιτη , που τον κοιτούσαμε στα μάτια αν θα χαμογελάσει η θα κουνήσει αρνητικά το κεφάλι για τη βαθμολογία της ποιότητας του καπνού , που απ αυτήν εξαρτιώταν η τιμή που θα έδινε ο έμπορας …
Δε θα ξεχάσω ποτέ την άνοιξη του 1968 (πρώτη χρονιά της στρατιωτικής χούντας) που εντελώς άδικα και αυθαίρετα μας ανακοίνωσαν ότι όλα τα καπνά του χωριου θα πάρουν τιμή 16 δραχμές το κιλό από 32 που ήταν την προηγούμενη χρονιά και θα κάψουμε τα μισά καπνά με δικό μας πετρέλαιο , δηλαδη τον κόπο και την τυράνια ενος χρόνου. Θυμάμαι που κουβαλήσαμε τα δέματα και τα κάψαμε κλαίγοντας μπροστά στο νερόμυλο του «Ζηση» το «Φλωράθκο» ..!
Έτσι βγήκε και το πολύ ωραιο περιγραφικό και παραστατικότατο ποντιακο τραγούδι που το μάθαμε από το διπλανό ποντιακό χωριό Πρωτοχωρι …ΕΡΘΑΝ ΟΙ ΕΜΠΟΡ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕ ΤΖΑΜΠΑ ΤΟΝ ΚΑΠΝΟΝ…Τα παιδία κλαίνε απές σιν αυλήν τόνα θέλ να παίρν παπούτσια τ άλλο μηχανην…κλπ…που χαρακτήριζε την τραγικότητα της αδικίας τραγουδώντας την .
Και μέχρι τότε ενώ βάζαμε καπνά όλες σχεδόν οι οικογενειες της Λευκοπηγης , την επόμενη χρονιά σταματήσαμε όλοι με εξαίρεση δυο οικογενειες : του θείου μου Δημήτρη Κανάβα-«Μήτρος τ Τσιάννη» και του Θόδωρου Κουτρώτσιου-«Ντιόντιους τ Βλαχ» που κι αυτοί σταμάτησαν την επόμενη .
Κι έτσι μαζί με την αγωνια και την πίκρα-όχι του καπνού αλλά της αδικιας που νοιωθετε , μας έμειναν τα μπασκιά, οι βελόνες τα ράματα-«σφόρα» και οι ηλιάστρες για να τις κάψουμε κι αυτές το Χειμώνα μήπως και ζεσταθούμε …
Έτσι αναγκάστηκε πολύς κόσμος και ιδιαίτερα οι νέοι , άλλοι να ξενιτευτούν στη Γερμανία κυριως και οι περισσότεροι να δουλέψουν σαν ανειδίκευτοι εργατες αρχικά με εξευτελιστικό μισθό και αθλιες συνθηκες εργασιας στα ανθρακωρυχεία της ΛΙΠΤΟΛ του Μποδοσάκη στην Πτολαμαΐδα Ισως να ήταν μελετημένο σχέδιο το κάψιμο των καπνών γι αυτό το λόγο …
Πολλοί απ αυτούς-άντρες θηρία μέχρι κει πανω- πέθαιναν νεότατοι πριν βγουν ή μόλις έβγαιναν στη σύνταξη κοντά στα 50 τους χρονια κι ας πήραν στον έσχατο βίο τους καλή σύνταξη μετά την ένταξη της ΛΙΠΤΟΛ στη ΔΕΗ το 1975. ( Τακης Φλωρος. Θωμάς Ρουσιάδης, Γιαννης Λίτσιος, Παντελης Καραπατσιος, Απόστόλης Λίτσιος, και άλλοι λίγο αργότερα οπως ο πατερας μου Γιαννης…)
Τελος θεωρω ότι το εισόδημα από την καλλιέργεια του καπνού στο χωριό μας τη Λευκοπηγη , παρ ό,τι ήταν ως επι το πλείστον συμπληρωματικό , ομως ηταν βασικότατο για τις ανάγκες και τα έξοδα της οικογένειας , ενώ σε αλλά γειτονικά χωριά και κυριως στα προσφυγικά ήταν το βασικό εισόδημα.
Στο κείμενο μου για τα καπνά κάνω αναφορά ιδιαίτερη και για τα χωριά των Σερρών και τα Παγγαιοχώρια για δυο λόγους:
Κατ αρχήν γιατί ο αδερφος μου , πρώην Δημαρχος Σερρών Ζησης Μητλιάγκας-ένας από τα έξι αδέρφια , που έφαγε κι αυτός το χωράφι με το κουτάλι- , εγκατεστημένος από το 1966 στην πόλη των Σερρών και δουλεύοντας ως φιλόλογος αρχικά στο Γυμνάσιο του Χρυσού , μου τραγούδησε και έμαθα το τραγούδι «Παναγής μας πάϊσιν να πασταλιάσει στου Γιουργουση του μαγαζί κλπ…».
Επισης η γυναίκα μου Χρυση Σαμαρά και οι γαμπροί μου Βασίλης Κόντας και Πασχαλης Πλουμής είναι Πρωταίοι, από οικογενειες καπνάδων που αποτελούσε το βασικό εισόδημα τους , οπως των περισσοτερων οικογενειών στα Παγγαιοχώρια και ευρύτερα στα «Νταρνακοχωρια» που καλιεργουσαν καπνά από την οθωμανική περίοδο ακόμα .
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη Σερρών από τη δεκαετία του 1920 ακόμα υπήρχαν , αν θυμαμαι καλά , τεσσερα καπνομαγαζα-όχι απλά αποθήκες – διότι πριν πάνε τα καπνά στα εργοστάσια Καβάλας , θες/νίκης κ.
α.γίνονταν μια πρώτη αλλά σοβαρή επεξεργασία… Ένα απ αυτά που σώζονται είναι το σχεδόν τετραόροφο(.! )στην πλατεία , κατοικία της οικογένειας Λαδιά πλέον…
Με σκληρούς αγώνες καλλιεργητές και εργαζόμενοι , από τη δεκαετία του 1930 ακόμα , προσπαθούσαν να κατακτήσουν καλυτερες τιμές από την εκμετάλλευση των εμπόρων και για βασικά κοινωνικά και πολιτικα δικαιώματα οπως και σήμερα ..!!!
ΛΕΥΚΟΠΗΓΗ ΚΟΖΑΝΗΣ ΙΟΥΝΗΣ 2021
Γιωργος Μητλιαγκας του Ιωάννη