Η αλήθεια είναι πως τόσο ο κ. Μητσοτάκης όσο και τα άλλα κυβερνητικά στελέχη που συμμετείχαν στον σχεδιασμό ενεργειακής φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας δεν είχαν ποτέ στο μυαλό τους την απανθρακοποίηση, αλλά την ακαριαία απολιγνιτοποίηση ● Στόχος τους εξ αρχής ήταν η άμεση διακοπή της παραγωγής ενέργειας από ένα εγχώριο και φτηνό καύσιμο, όπως ήταν και παρέμεινε ο λιγνίτης σε πείσμα των διώξεων που έχει υποστεί λόγω των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων.

Στις 23 Σεπτεμβρίου κλείνουμε τρία χρόνια από την ημέρα που ο τότε νεοεκλεγείς πρωθυπουργός, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, κατά την ομιλία του στη Σύνοδο Κορυφής για το Κλίμα, ανακοίνωνε ότι η ελληνική κυβέρνηση σχεδίαζε να υιοθετήσει μια νέα και φιλόδοξη, όπως τη χαρακτήρισε τότε, εθνική στρατηγική για την ενέργεια.

Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής έβαλε ως στόχο να κλείσει όλες τις λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2028, αναθεωρώντας το ήδη εγκεκριμένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που προέβλεπε συμμετοχή του λιγνίτη σε ποσοστό 17% μέχρι το 2030.

Στο business plan που ενέκρινε το Δ.Σ. της ΔΕΗ, στον απόηχο της απόφασης του πρωθυπουργού και προφανώς κατ’ εντολήν του, το σύνολο των λιγνιτικών μονάδων, πλην της νέας μονάδας Πτολεμαΐδα V, θα έσβηναν άμεσα μέχρι το 2023 και η Πτολεμαΐδα V θα παρέμενε ενεργή μετά την τροποποίησή της σε μονάδα φυσικού αερίου. Τίποτα δεν προϊδέαζε γι’ αυτές τις ανακοινώσεις πριν πάρει την πρωτοβουλία να τις κάνει. Καμία αναφορά για τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν είχε γίνει στην προεκλογική περίοδο. Ο ελληνικός λαός δεν γνώριζε τις προθέσεις του πρωθυπουργού.

Ειδικά η Δυτική Μακεδονία και η Αρκαδία, στις οποίες το οικονομικό αποτύπωμα της εκμετάλλευσης του λιγνίτη βάραινε ιδιαίτερα στην οικονομική τους ζωή, έμειναν εμβρόντητες. Το γεγονός ότι τα σχέδια του κ. Μητσοτάκη ήταν άγνωστα σχεδόν στο σύνολο των πολιτών φάνηκε μεταξύ των άλλων και από την αφωνία που χαρακτήρισε το πρώτο διάστημα τους κυβερνητικούς βουλευτές των πληττόμενων περιοχών.

Σύντομα, επειδή οι αντιδράσεις δεν άργησαν να εμφανιστούν, άρχισαν να περιγράφονται κυβερνητικές πρόνοιες και προβλέψεις που ανέλυαν τον χαρακτήρα της υποτιθέμενης δίκαιης μετάβασης από το καθεστώς εκμετάλλευσης του λιγνίτη στη μεταλιγνιτική εποχή. Ολες όμως σταδιακά αποδείχθηκαν ασπιρίνες στον καρκίνο, καθώς τόσο η κατακόρυφη μείωση του ΑΕΠ όσο και ο πληθυσμιακός μαρασμός αυτών των περιοχών είναι στατιστικά αδιαμφισβήτητα.

Εν τω μεταξύ η χώρα προσδέθηκε στο φυσικό αέριο με ταχυδακτυλουργική μαεστρία και ο ολιγοπωλιακός χαρακτήρας της αγοράς ξεκαθάρισε με την ιδιωτικοποίηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Ο τρόπος λειτουργίας του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας καθορίστηκε επί των ημερών της Νέας Δημοκρατίας και οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας άρχισαν να διαμορφώνονται από το λόμπι του φυσικού αερίου.

Αφού πρώτα διασφαλίστηκε η κυριαρχία του τόσο στο μείγμα ενεργειακών πηγών εξαιτίας της αντικειμενικής δυσκολίας των χαμηλών ποσοστών συμμετοχής των ΑΠΕ και τον διωγμό του λιγνίτη, όσο και τιμολογιακά μέσω του χρηματιστηρίου και της διαμόρφωσης των τιμών ενέργειας με βάση το ακριβότερο καύσιμο. Η υπεροπλία που διαθέτει η κυβέρνηση στον χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης αρχικά εξαφάνισε το κύμα ανατιμήσεων που ήταν φυσικό να προκύψει στην αγορά ενέργειας.

Οταν αντιμετώπισαν τις έντονες αντιδράσεις της κοινής γνώμης, επιχείρησαν να το υποβιβάσουν αρχικά σε συγκυριακό πρόβλημα που γρήγορα θα λυνόταν μόλις ο νέος τρόπος παραγωγής και διάθεσης ηλεκτρικής ενέργειας θα αποδεχόταν τους όρους λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού των τιμών. Το πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό χωρίς η κυβέρνηση να έχει στα χέρια της τη ΔΕΗ, η οποία να παρεμβαίνει και να ομαλοποιεί τις ακρότητες του ολιγοπωλίου, μόνο η κυβερνητική πλειοψηφία της Βουλής που παρέδωσε τη ΔΕΗ στον ιδιωτικό τομέα το γνωρίζει.

Στη συνέχεια απέδωσαν τον καλπασμό των τιμών στον πόλεμο, αλλά και το επιχείρημα αυτό κατέρρευσε από τη στιγμή που οι Ιβηρες ύψωσαν το ανάστημά τους μέσα στα όργανα της Ε.Ε. και πέτυχαν εξαιρέσεις που έριξαν την τιμή της MWh στο ένα τρίτο των τιμών της υπόλοιπης Ευρώπης. Η αλήθεια είναι πως τόσο ο κ. Μητσοτάκης όσο και τα άλλα κυβερνητικά στελέχη που συμμετείχαν σ’ αυτόν τον σχεδιασμό ενεργειακής φτωχοποίησης της ελληνικής κοινωνίας δεν είχαν ποτέ στο μυαλό τους την αποανθρακοποίηση αλλά την ακαριαία απολιγνιτοποίηση.

Οι εξαγγελίες από το βήμα της Γ.Σ. του ΟΗΕ ήταν μια προσπάθεια αποπροσανατολισμού του εσωτερικού ακροατηρίου. Στόχος τους εξ αρχής ήταν η άμεση διακοπή της παραγωγής ενέργειας από ένα εγχώριο και φτηνό καύσιμο, όπως ήταν και παρέμεινε ο λιγνίτης σε πείσμα των διώξεων που έχει υποστεί λόγω των δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων. Από την εποχή που ο κ. Χατζηδάκης στο συνέδριο του Economist τον Σεπτέμβριο του 2020 έλεγε πως η Ελλάδα παντελώς αδικαιολόγητα και εξαιτίας δογματισμών έχει μείνει η τελευταία χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση που δεν έχει εφαρμόσει το target model, μέχρι την πρόσφατη συνέντευξη Τύπου του πρωθυπουργού στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, στην οποία δήλωσε πως η καταφυγή στον λιγνίτη για ένα με δύο χρόνια είναι προσωρινό μέτρο, είναι φανερό πως υπάρχει σχέδιο που εξελίσσεται και ο στόχος είναι ένας και μοναδικός:

Να αποκοπεί με καταιγιστικούς ρυθμούς η παραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα από τον λιγνίτη, που είναι δημόσια περιουσία, και να απαξιωθούν όλες οι υποδομές και οι επενδύσεις που έκανε σ’ αυτόν ο ελληνικός λαός για πάνω από μισό αιώνα. Ακόμη και η λειτουργία μιας από τις πιο σύγχρονες παγκοσμίως μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με καύση λιγνίτη, η Πτολεμαΐδα V, η οποία θα μπορούσε να παρατείνει τη λειτουργία της ακόμη και μέχρι το 2050, κινδυνεύει να μετατραπεί, άγνωστο με ποιες συνέπειες για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία της, σε μονάδα καύσης φυσικού αερίου.

Τέλος, για τις λιγνιτοφόρες περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Αρκαδίας, οι οποίες πληρώνουν ακριβά τη δημιουργία και εξασφάλιση ενός ενεργειακού ολιγοπωλίου νεοφιλελεύθερης έμπνευσης, οι προθέσεις της κυβέρνησης ήταν εξ αρχής απροκάλυπτες. Γνώριζαν τα αποτελέσματα των επιλογών τους αλλά δεν τους ενδιέφερε ποιοι θα τα υποστούν και ποιες συνέπειες θα προκαλέσουν στην κοινωνική και οικονομική ζωή του κάθε τόπου.

Ατράνταχτη απόδειξη ότι ήταν γνώστες των δεινών που θα επέφεραν οι πολιτικές τους είναι η έμμεση παραδοχή του υπουργού Ανάπτυξης από την Κοζάνη, όπου σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε πρόσφατα διατύπωσε το ατυχές ευφυολόγημα πως απολιγνιτοποίηση δεν έχει γίνει, αφού αυξάνεται η χρήση του λιγνίτη και άρα λοιπόν στην πραγματικότητα για τη Δυτική Μακεδονία τίποτα δεν θα μπορούσε να πάει καλύτερα.

Αν αυτό δεν σημαίνει πως, για τις περιοχές που το παραγωγικό τους μοντέλο είναι προσαρμοσμένο στην εκμετάλλευση των λιγνιτών, δεν ήταν εκ προοιμίου καταστροφική η βίαιη απολιγνιτοποίηση, τότε πραγματικά δεν υπάρχει πιο εναργής αναγνώριση ενός ολέθριου πολιτικού σφάλματος. Σφάλμα το οποίο το προσπέρασε αδιάφορα ο κ. Μητσοτάκης στη συνέντευξη της ΔΕΘ, αποδεικνύοντας πως αποτελεί στρατηγική επιλογή του ο εξοβελισμός του λιγνίτη από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα με οποιοδήποτε εθνικό κόστος.

* Πρόεδρος ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ