Αν κάτι αναδεικνύεται ξεκάθαρα μέσα από τα δύο προηγούμενα σχόλια της στήλης (δείτε εδώ κι εδώ), που μόνο τυχαία δεν είναι η παρουσίαση τους, δεν είναι μόνο η αγωνία της κοινωνίας, αλλά κι η απόσταση που φαίνεται να έχει δημιουργηθεί ανάμεσα σ’ αυτήν κι ένα μέρος του πολιτικού προσωπικού, που δείχνει να κινείται σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Μια κανονικότητα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί πολίτες και επαγγελματίες. Υπάρχουν επιχειρηματίες που παλεύουν καθημερινά να κρατήσουν ανοιχτές τις δουλειές τους. Υπάρχουν άνθρωποι που ψάχνουν εργασία και δεν βρίσκουν. Υπάρχουν νέοι που σκέφτονται να φύγουν. Και την ίδια ώρα, η πολιτική εκπροσώπηση της περιοχής δίνει την εντύπωση ότι κινείται σε χαμηλούς ή συνήθεις ρυθμούς, άλλων εποχών, με αποσπασματικές παρεμβάσεις και χωρίς τη δυναμική που απαιτεί η περίσταση.
Οι δύο κυβερνητικοί βουλευτές της περιοχής (Κωνσταντινίδης – Παπαδόπουλος) είναι εμφανές ότι δεν μπορούν – ή δεν θέλουν – να ξεφύγουν από τη σκληρή κομματική γραμμή. Ακόμη κι όταν κατά καιρούς εμφανίζονται διαφοροποιήσεις, το δίδυμο δεν δείχνει ικανό να βάλει μπροστά το συμφέρον της περιοχής απέναντι στην κυβερνητική κατεύθυνση. Κι αυτό, σε μια περίοδο που η περιοχή δεν αντέχει άλλες ισορροπίες. Από την άλλη πλευρά, οι βουλευτές της αντιπολίτευσης (Κουκουλόπουλος – Βέττα), σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, αντικειμενικά κάνουν τη δουλειά τους. Παρεμβαίνουν, τοποθετούνται, ασκούν κριτική. Όμως μέχρι εκεί. Δεν φαίνεται να μπορούν να εμπνεύσουν την κοινωνία, να κινητοποιήσουν φορείς, να βγουν έξω από τα όρια της τυπικής αντιπολίτευσης και να δημιουργήσουν ένα πραγματικό ρεύμα πίεσης. Δείχνουν περισσότερο ως πρόσωπα που επιτελούν τον ρόλο τους κι όχι ως δυνάμεις που μπορούν να αλλάξουν τα δεδομένα.
Σε επίπεδο αυτοδιοίκησης, τα περιθώρια στενεύουν. Ο Δήμαρχος Κοζάνης (Ι. Κοκκαλιάρης), περίπου στα μισά της θητείας του, οφείλει να αντιληφθεί ότι ο χρόνος της προσαρμογής – ανοχής, που ορθώς του δόθηκε τον πρώτο ενάμιση χρόνο, έχει τελειώσει. Η φάση των διαπιστώσεων δεν αρκεί πλέον κι ο κόσμος πλέον το κρίνει. Ο ρόλος του δεν είναι να περιγράφει την κατάσταση, αλλά να εκπροσωπεί ενεργά την πόλη, να διεκδικεί και να πιέζει. Η συγκυρία δεν επιτρέπει χαμηλούς τόνους. Βέβαια, για να αλλάξει ρότα, απαιτείται και μια ομάδα δραστήριων συνεργατών (και σε επίπεδο αιρετών), κάτι που, με αποκλειστικά δική του ευθύνη, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν φαίνεται να έχει διασφαλιστεί, καθώς, σε θέσεις «κλειδιά» συνεχίζει να εμπιστεύεται και να πορεύεται πρόσωπα που έχουν αποδείξει ότι κινούνται κάτω του μετρίου.
Ο Περιφερειάρχης Δ. Μακεδονίας (Γ. Αμανατίδης) δείχνει σε αρκετά ζητήματα ότι προσπαθεί και κινείται. Ωστόσο, κι ο ίδιος καλείται να αποτινάξει το κομματικό αποτύπωμα που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι εμφανές. Παράλληλα, ενώ δρομολογεί παρεμβάσεις που κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, υστερεί στους ρυθμούς υλοποίησης. Κι εκεί ακριβώς χρειάζεται μεγαλύτερη πίεση.
Η ΠΕΔ Δυτικής Μακεδονίας και συνολικά οι δήμαρχοι της περιοχής δείχνουν επίσης μια εικόνα ασυνέχειας κι εσωτερικής ασάφειας. Κατά διαστήματα εμφανίζονται «επαναστατικοί», όμως χωρίς συνέχεια και στρατηγική. Στην πράξη, συνυπάρχουν διαφορετικά “στρατόπεδα”. Οι αδιάφοροι, οι έτοιμοι για ρήξη κι οι ενδιάμεσοι. Το ερώτημα είναι απλό. Θα αποφασίσουν επιτέλους πού ανήκουν;
Όσο για τους φορείς – επιμελητήρια, επιστημονικούς συλλόγους, εργατικά κέντρα, σωματεία – η εικόνα είναι αποσπασματική. Κάποιοι είναι ουσιαστικά ανύπαρκτοι (έχουμε αναφερθεί συγκεκριμένα ποιοι ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία). Άλλοι “επαναστατούν” μόνο όταν τους βολεύει ή όταν υπάρχει συγκυρία. Με αυτή τη λογική, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει καμία σοβαρή διεκδίκηση.
Και κάπως έτσι, η περιοχή μένει με φωνές χωρίς συντονισμό, κινήσεις χωρίς συνέχεια και προσπάθειες χωρίς αποτέλεσμα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν αντιδράσεις. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ενιαία, σοβαρή και επίμονη πίεση.
Η Χύτρα




































